Το εγκληματικό προφίλ δραστών ένοπλων ληστειών

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η ανάλυση στοιχείων που συνθέτουν το εγκληματικό προφίλ δραστών ένοπλων ληστειών, καθώς και του τρόπου δράσης τους (modus operandi), αλλά και η καταγραφή των σκέψεων και της στάσης τους μετά τη διάπραξη της ληστείας, παρά τη συνθετότητα και πολυπλοκότητα που ενέχει το εγχείρημα να καταλήξουμε σε ένα «ενιαίο» προφίλ, βοηθούν να αποκτήσουμε σε ερευνητικό επίπεδο μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την εγκληματική δράση τους και την εξέλιξη αυτής με την πορεία των ετών. Από το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Αντώνη Μαγγανά υπό τον τίτλο «Οι δράστες ένοπλης ληστείας περιγράφουν το αδίκημα που τέλεσαν», το οποίο αποτελεί κεφάλαιο του συγγράμματός του Αντώνης Μαγγανάς, Ζητήματα Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006 σελ. 298 και μου έκανε την τιμή να μου στείλει προς δημοσίευση,  αντλούνται πολύ σημαντικά στοιχεία για το πώς πολυϋπότροποι και ευκαιριακοί δράστες ένοπλων ληστειών «ξεκίνησαν» την εγκληματική «καριέρα» τους, πώς συνέχισαν αυτή την «καριέρα», ποιοι, πότε και πώς αποφάσισαν να την εγκαταλείψουν, αλλά και ποιες μπορεί να είναι οι δυσκολίες ως προς το να αλλάξουν ζωή και να απέχουν τελικά από την εγκληματική τους δράση. Στο εν λόγω άρθρο μελετάται επίσης η τυπολογία των δραστών ένοπλων ληστειών και εξετάζεται το πώς επιδρά ο εγκλεισμός σε καταστήματα κράτησης στη μετέπειτα πορεία τους και πώς διαφοροποιούνται οι αντιδράσεις τους μετά τη ληστεία βάσει ηλικίας και άλλων παραμέτρων, όπως με βάση το εάν είναι πολυϋπότροποι ή ευκαιριακοί δράστες.

Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και πολυδιάστατο ζήτημα που απασχολεί έντονα την επικαιρότητα και τα ΜΜΕ με εκτενή ρεπορτάζ και γι’ αυτό κρίνεται σημαντικό να εξετάσουμε πώς προσεγγίζεται επιστημονικά και σε ένα δεύτερο, αλλά εξίσου σημαντικό επίπεδο, πώς οι καίριες επισημάνσεις των ερευνητών και μελετητών μπορούν να αξιοποιηθούν από τα ΜΜΕ με στόχο την ενημέρωση, την αφύπνιση και ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού, καθώς και από την Οργανωμένη Πολιτεία, με στόχο την ενίσχυση της πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης.

Γράφει ο Καθηγητής Α. Μαγγανάς:

Οι δράστες ένοπλης ληστείας περιγράφουν
το αδίκημα που τέλεσαν

Πρόκειται για τα αποτελέσματα μίας έρευνας που έγινε σε 39 καταδικασθέντες για ένοπλη ληστεία με στόχο να εμπλουτισθούν οι γνώσεις μας γύρω από αυτό το αδίκημα. Η έρευνα περιεστράφη γύρω από την εγκληματική δραστηριότητα καθ’ εαυτή, το κίνητρα των δραστών και την εμπειρία που απέκτησαν από την επαφή τους με το σωφρονιστικό σύστημα.

Η έρευνα είχε τρία χαρακτηριστικά: α) ήταν περιγραφική, β) είχε ως επίκεντρο το ίδιο το αδίκημα και γ) στηρίχθηκε στη στρατηγική ανάλυση του εγκλήματος που προτείνει ο M. Cusson.

Οι κρατούμενοι που δέχθηκαν να απαντήσουν ήταν 39 και χωρίσθηκαν σε πολυϋπότροπους και ευκαιριακούς.1 Από το πλήθος των στοιχείων που περιέχει αυτή η έρευνα επιλέξαμε ορισμένα σημεία λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν για την ελληνική πρακτική στην οποία ενδημεί ήδη από καιρό το φαινόμενο των ληστειών χωρίς να έχει αντιμετωπισθεί με τον προσήκοντα τρόπο από την έννομη τάξη.2

Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε στην έρευνα στηριζόταν στην απ’ ευθείας εξέταση των πρωταγωνιστών, δηλαδή των δραστών. Συντάχθηκε ένα πρωτόκολλο συνέντευξης από 91 ερωτήσεις (κυρίως ανοικτές) που δόθηκε στους 39 εθελοντές κρατούμενους, οι οποίοι επελέγησαν με βάση τον αριθμό των ληστειών που υπήρχαν στον φάκελό τους.

Η μέθοδος ανάλυσης που χρησιμοποιήθηκε συνίστατο στη συγκέντρωση των απαντήσεων κατά θέματα και στην παρουσίαση των απόψεων των ατόμων κατ’ ιδίαν. Παρά τον σχετικά μικρό αριθμό των ερωτηθέντων (39) δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα άτομα αυτά είχαν 248 καταδίκες για ληστείες, αριθμός αρκετά σημαντικός σχετικά με το σύνολο των ληστειών. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι ένα τμήμα του πληθυσμού – στόχου απάντησε στις ερωτήσεις.

Όσον αφορά το πώς άρχισαν την «καριέρα» τους, η έρευνα έδειξε ότι η βαρύτητα του πρώτου αδικήματος είναι ανάλογη προς την ηλικία κατά την οποία το άτομο ξεκίνησε την εγκληματική του δραστηριότητα. Όσοι άρχισαν στα 9 ή 10 χρόνια τελούν μικροκλοπές ή κλοπές σε μαγαζιά. Αργότερα, ακολουθούν η κλοπή ποδηλάτου, μοτοσυκλέτας, αυτοκινήτου, καθώς και διαρρήξεις. Στη συνέχεια, με την ενηλικίωση ή προς το τέλος της εφηβείας μερικοί αρχίζουν τις ένοπλες ληστείες. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πολυϋπότροποι τέλεσαν το πρώτο τους αδίκημα σε ηλικία 12-13 χρόνων, ενώ οι ευκαιριακοί σε ηλικία 15 χρόνων. Η πλειονότητα των ερωτηθέντων, εξάλλου, προσδιόρισε ότι η πρώτη τους σύλληψη έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των 2 ή 3 χρόνων που ακολούθησαν το πρώτο τους αδίκημα. Ειδικότερα, στο κεφάλαιο της ληστείας, οι πολυϋπότροποι τέλεσαν την πρώτη τους ληστεία στο τέλος της εφηβείας (17 χρόνων κατά μέσον όρο), ενώ οι ευκαιριακοί αργότερα (στα 22 κατά μέσον όρο).

Όσον αφορά την καταγεγραμμένη εγκληματικότητα αυτών των ατόμων, οι πολυϋπότροποι είχαν, ήδη, στον φάκελό τους, 22,4 καταδίκες έναντι 14,6 των ευκαιριακών (κατά μέσον όρο). Πάντως οι κρατούμενοι που ρωτήθηκαν δεν είχαν τον ίδιο ρυθμό δραστηριότητας συνέχεια. Υπήρχαν και περίοδοι «ηρεμίας» οι οποίες αντιστοιχούσαν, γενικά με στιγμές όπου τα άτομα αυτά μπορούσαν να καλύψουν τις ανάγκες τους χωρίς να κλέψουν ή ακόμη διότι είχαν πιάσει δουλειά ή τέλος γιατί το τελευταίο αδίκημα είχε αποφέρει πολλά χρήματα. Οι ίδιοι στις απαντήσεις τους, ανέφεραν ότι κατά τις περιόδους αυτές δούλευαν, συναντούσαν λιγότερο συχνά τους φίλους τους και, κατά συνέπεια, είχαν λίγες ή καθόλου ευκαιρίες για να ασχοληθούν με την εγκληματική τους δραστηριότητα:

«…. όταν δούλευα, δεν ήμουν με τους φίλους μου. Δεν μου έμενε καιρός για να κλέψω. Δεν το σκεφτόμουν. Δεν μπορούσα να κάνω δύο πράγματα συγχρόνως, να δουλεύω και να κλέβω».

«…. όταν έχεις μία καλή δουλειά, δεν έχεις ανάγκη από χρήματα, δεν κλέβεις…».

Το βασικότερο κίνητρο που ανέφεραν οι ερωτώμενοι είναι το χρήμα και η ευκολία τέλεσης μίας ληστείας:

«… Η ληστεία αποφέρει ρευστό χρήμα αμέσως. Δεν έχεις φασαρίες με μεσάζοντες ή με κλεπταποδόχους. Όταν δεν έχει κλοπιμαία που πρέπει να τα διαθέσεις στην αγορά, λιγότεροι άνθρωποι γνωρίζουν. Όταν κάνεις μία διάρρηξη πρέπει αμέσως μετά να κάνεις τον γύρο των κλεπταποδόχων. Όμως, ένα 80% από αυτούς δουλεύουν με την αστυνομία που τους ανέχεται όσο της παρέχουν πληροφορίες».

Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει με ποιο τρόπο τα άτομα αυτά διέθεσαν τα χρήματα από τις ληστείες:

Τρόπος διάθεσης
χρημάτων
Ληστεία (Δράστης κάτω των 18 χρόνων)Ληστεία – Δράστης ενήλικος
Καθημερινά ή συνήθη έξοδα917
Πληρωμή χρεών3
Κατάθεση σε Τράπεζα4
Ναρκωτικά και / ή αλκοόλ1310
Διασκέδαση (party clubs)86
Για εντυπωσιασμό (κερνά, πληρώνει)51
Δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου64
Αγορά αυτοκινήτου14
Άλλοι τρόποι2

Οι πολυϋπότροποι που πραγματοποιούν σημαντικά κέρδη είναι πιο προσεκτικοί:

«Το χρήμα αυτό αποκτήθηκε δύσκολα. Πρέπει να ξέρεις πώς θα το ξοδέψεις….».

«…. Προσπαθώ να ζήσω με μία σχετική πολυτέλεια όχι όμως πολλή. Δεν θα αγοράσω ποτέ μία Chebrolet Corvette για να έχω συνέχεια την αστυνομία από πίσω μου…».

«… Στα μπαρ και τα club δεν πρέπει να πηγαίνεις συνέχεια. Αν κάποιος πηγαίνει έξι ημέρες τη βδομάδα θα έχει φασαρίες γιατί κάποιος που έχει μία δουλειά δεν μπορεί να πληρώνει το μπαρ έξι ημέρες την εβδομάδα…».

Αντίθετα, οι περιστασιακοί ξοδεύουν το χρήμα απερίσκεπτα και με μεγάλη ευκολία:

«Όταν είχα 5.000 δολ., ύστερα από 2-3 μέρες δεν είχα πια τίποτε».

«…. Το πρόβλημα είναι ότι το χρήμα καίγεται γρήγορα. Φεύγει γρήγορα, δεν έχω το χρόνο να κάνω αυτά που θέλω…».

Ο δράστης νεαρής ηλικίας θα ξοδέψει τα λεφτά του, όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας του.

«…. Δεν κλέβουμε για τα λεφτά, ήταν για το χαβαλέ (kick). Τα ξοδεύαμε πολύ γρήγορα στα ρούχα και στα εστιατόρια…».

«…. Έντυνα τα κορίτσια για χόμπι».

«… Το χρήμα ήταν για τα πάρτι, τα ρούχα, τις ντισκοτέκ, για να τραβάς τα βλέμματα».

Για την πλειονότητα των ερωτηθέντων ο συγχρωτισμός με το εγκληματικό «περιβάλλον» αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για το πέρασμα στην πράξη:

«…. είχα ανάγκη από λεφτά. Συνάντησα κάποιον που κατάλαβε ότι δεν τα’ βγαζα πέρα. Μου πρότεινε να συναντήσω δύο συντρόφους του. Είχαμε όπλα. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία…».

«…. συνάντησα κάποιους φίλους που είχα γνωρίσει στη φυλακή. Σου λέω, η φυλακή είναι ένα πραγματικό σχολείο του εγκλήματος (….). Μου πρότειναν να κερδίσω εύκολα λεφτά».

«… άνθρωποι πιο μεγάλοι στην ηλικία μου έδωσαν να καταλάβω ότι υπήρχε κάτι καλύτερο να κάνω από το να κλέβω σε ψιλικατζίδικα και χρυσοχοΐα».

«… οι ληστές μ’ έπιασαν την ώρα που έκλεβα, σ’ ένα μαγαζί. Μου είπαν: αν θες να κλέψεις, πάρε κάτι που αξίζει… Αυτό που κάνεις δεν σου αποφέρει τίποτα, δεν αφήνει χρήμα…».

«… στο έγκλημα δεν έφτασα μόνος μου. Άνδρες πολύ πιο μεγάλοι από μένα με παρέσυραν στον χειρισμό των πυροβόλων όπλων, και το πώς γίνονται οι ληστείες (hold up). Μου τα έμαθαν όταν ήμουν 14 χρόνων. Στην ηλικία αυτή επηρεάζεσαι εύκολα…».

Η «σταδιοδρομία» του ληστή

Προτού τελέσουν την πρώτη ληστεία (ένοπλη), οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες είχαν ήδη τελέσει κάποιο αδίκημα.

Εμπειρία στο έγκλημα πριν τη ληστεία.

 ΕυκαιριακοίΠολυϋπότροποι
Ναι1023
Όχι24
Σύνολο1227

«Είναι η συνηθισμένη πορεία, δηλαδή κλοπή σε κατάστημα, κλοπή ποδηλάτου, διάρρηξη, ένοπλη ληστεία σε Τράπεζα. Μετά από μία μικρή ποινή για διάρρηξη είπα “γ…..” οι διαρρήξεις. Θα κάνω μία ληστεία, πληρώνει καλύτερα…».

Οι λόγοι που τους κάνουν να ακολουθούν αυτή την «καριέρα» είναι τα οικονομικά οφέλη που τους επιτρέπουν να ζήσουν μία εύκολη και ανεξάρτητη ζωή. Για ορισμένους υπάρχουν επιπλέον οι έντονες συγκινήσεις μίας ληστείας, ενώ για άλλους επέρχεται η ρουτίνα σ’ ένα ορισμένο στιλ ζωής.

Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους εγκαταλείπουν αυτήν τη «σταδιοδρομία», οι ευκαιριακοί αναφέρουν τις ποινές που επιβάλλονται και τους υψηλούς κινδύνους σε σύγκριση με τα οικονομικά οφέλη. Ορισμένοι τονίζουν τη βιαιότητα και την επικινδυνότητα της πράξης.

«… Κατάλαβα ότι ήμουν επικίνδυνος. Επικίνδυνος γιατί ήμουν νευρικός. Μπορούσα να τραυματίσω ή να σκοτώσω κάποιον, αλλά κι εγώ μπορούσα να τραυματιστώ ή να σκοτωθώ (…) υπάρχουν, πιθανόν, άνθρωποι που φοβούνται ακόμη και σήμερα, που έχουν τραυματικές εμπειρίες εξαιτίας μου».

«… Δεν είμαι βίαιος τύπος, δεν αγαπώ τη βία. Το αποφάσισα πλέον. Είναι πιο λογικό να κερδίζεις χρήματα με διαφορετικό τρόπο. Η ένοπλη ληστεία είναι κάτι βίαιο, μπορεί να υπάρξουν βίαιες επαφές. Είναι μία τραυματική εμπειρία».

Για τους πολυϋπότροπους καθοριστικός παράγοντας είναι η ηλικία και ο χρόνος που έχουν κάνει στη φυλακή.

«…. Λέω στον εαυτό μου ότι, αν με πιάσουν, θα περάσω τις υπόλοιπες μέρες μου στη φυλακή γιατί έχω ήδη αρκετά χρόνια φυλακή».

«Σκέφτομαι να σταματήσω. Έχω πεισθεί, είμαι πολύ μεγάλος. Δεν είναι ότι μου λείπει η όρεξη, αλλά δεν μπορώ να περάσω άλλο καιρό μέσα. Αν έκανα μία ληστεία και με συνελάμβαναν, θα μου έριχναν 15-20 χρόνια και δεν με ενθουσιάζει η ιδέα. Ονειρεύομαι να πεθάνω κατά την ανταλλαγή πυρών σε μία συμπλοκή. Όμως, την τελευταία φορά τα βόδια [οι αστυνομικοί] μου έδωσαν να καταλάβω ότι ήταν η τελευταία φορά και την επόμενη δεν θα αστοχούσαν».

Τρόπος τέλεσης

Ο τρόπος εκτέλεσης μίας ληστείας ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Όσοι σκοπεύουν να παραμείνουν σε αυτό το «επάγγελμα» τελειοποιούν την τεχνική τους σύμφωνα με αυτά που ανέφεραν.

«… Πριν τα είκοσί μου χρόνια, είμασταν 7, 8, 10, 12 άτομα, μεγάλες συμμορίες. Μετά τα 20, δουλεύω μαζί με 1 ή 2 άλλους [….] έχει διαφορά στα εισοδήματα και τους κινδύνους [….] είσαι πιο ασφαλής, όταν υπάρχει λιγότερος κόσμος».

«Είναι σαν την παλιά υδραυλική εγκατάσταση. Μερικές φορές πρέπει ν’ αλλάξεις κάποιο κομμάτι. Η αστυνομία εξελίχθηκε και ο εγκληματίας επίσης. Πρέπει να μην εξελίχθηκα αρκετά για να βρίσκομαι εδώ (…). Φανταζόμουν τον εαυτό μου σαν τότε, την εποχή των Bonnie και Clyde».

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή του στόχου είναι οι ακόλουθοι:

ΠαράγονταςΛηστεία που απέτυχεΛηστεία που πραγματώθηκε
Τύχη711
Πληροφορίες από άλλους45
Γνωστή τοποθεσία118
Μετά από έρευνα ή παρακολούθηση1112

Όσον αφορά το χρόνο που ανάλωσαν για να σχεδιάσουν μία ένοπλη ληστεία, κατανέμεται ως εξής:

Χρόνος που αναλώθηκεΛηστείες που απέτυχανΛηστείες που
πραγματώθηκαν
1-60 λεπτά77
Μερικές ώρες85
Μερικές ημέρες47
Μερικές εβδομάδες89
 2728

Το όπλο που χρησιμοποιήθηκε ποικίλλει ανάλογα με το αν πρόκειται για «ευκαιριακούς» ή «υπότροπους».

Τύπος όπλου που χρησιμοποιήθηκε στις ληστείες
που αναγνώρισαν ότι τέλεσαν
Τύπος όπλουΕυκαιριακοίΠολυϋπότροποι
Πυροβόλο864
Άλλο όπλο98

Τι γίνεται όμως μετά τη ληστεία;

Κατά τις ώρες που ακολουθούν την τέλεση του αδικήματος υπάρχουν τριών ειδών αντιδράσεις:

Για ορισμένους είναι η ανακούφιση, τα νεύρα εκτονώνονται, η πίεση εξαφανίζεται, υπάρχει η ικανοποίηση της επιτυχίας:

«Μετά χαλάρωσα. Ήξερα ότι θα μπορούσα να ξεπληρώσω τα χρέη μου».

Για άλλους όμως η αγωνία παραμένει, ο φόβος μήπως συλληφθούν. Προτιμούν να μείνουν κρυμμένοι για μερικές ώρες ή μέρες προτού γιορτάσουν την επιτυχία τους.

«… Ήμουν ήδη εκνευρισμένος, αλλά ακόμη περισσότερο μετά. Έμεινα σπίτι για δύο μέρες…».

«… Δεν αισθάνεσαι καλά. Ξέρεις ότι έκανες κάτι που δεν είναι σωστό».

Οι αντιδράσεις όμως αυτές αφορούν κυρίως τους ευκαιριακούς. Οι πολυϋπότροποι θεωρούν τη ληστεία ως μέρος μίας ρουτίνας. Αφού εξαφανισθούν τα όπλα, μοιράζονται τα λεφτά και ο καθένας γυρίζει σπίτι του.

«Πετώ τα εσώρουχά μου γιατί πυροβόλησα και είχαν μπαρούτι επάνω τους. Κάνω ένα douche και πάω να συναντήσω τον αρμόδιο υπάλληλο της υφ’ όρον απόλυσης για να έχω ένα άλλοθι…».

«…. Διασχίσαμε 400 μέτρα με το κλεμμένο αυτοκίνητο και γυρίσαμε πεζοί στον τόπο του εγκλήματος. Μείναμε εκεί δυόμιση ώρες, όσο να φύγει η αστυνομία. Οι αστυνομικοί δεν θα σε κοιτάξουν ποτέ αν είσαι κολλημένος επάνω τους. Ύστερα διασχίσαμε τον δρόμο και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Πήγαμε στο δεύτερο διαμέρισμα και κρύψαμε το κλεμμένο αμάξι σ’ ένα δημόσιο χώρο στάθμευσης. Μετρήσαμε τα χρήματα, τα μοιράσαμε, σφίξαμε τα χέρια και πήρε ο καθένας τον δρόμο του με το δικό του αυτοκίνητο. Είχαμε πάρει και τις γυναίκες μας μαζί και καθένας είχε μία γυναίκα στο αυτοκίνητο. Περνάς πιο απαρατήρητος με αυτό τον τρόπο».

Αν, όμως, επρόκειτο για νεαρούς, οι αντιδράσεις τους ήταν πολύ διαφορετικές. Πολύ λίγο τους απασχολούσε η ασφάλειά τους. Σκέφτονταν, κυρίως, πώς να γιορτάσουν την επιτυχία τους.

«… Ήξερα ότι, όταν είσαι νέος, σε αφήνουν ελεύθερο. Ήξερα ότι το νεαρό της ηλικίας ήταν ευνοϊκός παράγοντας για μένα».

«… Ήξερα ότι δεν θα πήγαινα φυλακή. Ήμουν βέβαιος ότι είχα μία πιθανότητα να ξεγλιστρήσω, υπολόγιζα στους γονείς μου…».

Η εμπειρία με το σωφρονιστικό σύστημα

Όσον αφορά τις δυσκολίες που συνάντησαν στη φυλακή, η κυριότερη ήταν, φυσικά, η στέρηση της ελευθερίας που μεταφράζεται σε μία αυστηρή πειθαρχία, έναν στενό έλεγχο από τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και μία πλήρη εξάρτηση από αυτούς.

«… Την πρώτη φορά ήταν σκληρό. Βλέπεις ότι στο τέλος των τριών μηνών είσαι ακόμη μέσα. Βλέπεις ότι είσαι υπό έλεγχο. Δεν πιστεύεις ότι θα μπορέσεις να βγεις…».

Βέβαια υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις ανάλογα με την προσωπικότητα.

«… Εδώ τρως τρεις φορές τη μέρα, έχεις πού να μείνεις, έχεις φαγητό και ενδυμασία. Δεν έχεις να σκεφθείς για τίποτα. Τώρα δεν βλέπω πια τον έξω κόσμο σαν παράδεισο όπου έχεις δικαίωμα σε όλα, όπου μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Δεν το βλέπω πια καθόλου έτσι: Είναι πιο σκληρά από εδώ. Να τρως τρεις φορές τη μέρα κοστίζει ακριβά, πρέπει να έχεις τα μέσα….».

Η βιαιότητα που υπάρχει στη φυλακή υποχρεώνει τους κρατούμενους να είναι συνέχεια σε επιφυλακή και οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες παραπονέθηκαν γι’ αυτό το γεγονός: «… υπάρχουν αυτοί που στηρίζονται στα μπράτσα τους. Γίνεται κουραστικό, φωνάζουν, τσακώνονται, γίνεται βαρετό…».

Η πλειονότητα, πάντως, έχει μία αρνητική εικόνα της φυλακής: «…. είναι ένα άσυλο, ένα άθλιο άσυλο. Δεν είναι το ίδιο όπως έξω, ούτε η ίδια νοοτροπία. Είσαι ένα νούμερο, σ’ ένα κατάλογο».

Σχετικά με την προσαρμογή τους στο περιβάλλον της φυλακής πολλοί προτιμούν να μείνουν παράμερα και να απομονωθούν παρά να μπλεχτούν με τους άλλους κρατούμενους. Είναι ο καλύτερος τρόπος για ν’ αποφύγει κανείς τα προβλήματα.

Στο κεφάλαιο των συνεπειών της φυλάκισης, αν για μερικούς πρόκειται για σχολείο του εγκλήματος, υπάρχουν και ορισμένοι που της αναγνωρίζουν κάποια θετικά στοιχεία. Γι’ αυτούς, η διαβίωση στη φυλακή τους επέτρεψε να αποκτήσουν μία ωριμότητα που δεν είχαν προηγουμένως.

«… η ζωή μέσα εδώ μ’ έκανε να σκεφθώ. Πέρασα ώρες σε συλλογισμό και τώρα πριν κάνω κάτι το σκέφτομαι».

Αν όμως για μερικούς υπήρξε μία εσωτερική αλλαγή, κανείς από τους ερωτηθέντες δεν ανέφερε κάποια αλλαγή συμπεριφοράς απέναντι στο έγκλημα.

«… αλλάζεις συμπεριφορά στην αρχή, αλλά μετά από πολύ καιρό δεν το σκεφτόμαστε πια».

Οι ειδικοί που παρεμβαίνουν (εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί) παρέχουν κάποια ηθική και ψυχολογική υποστήριξη, αλλά δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τα πιστεύω των κρατουμένων.

«… είχα καλές σχέσεις μαζί του, όμως αυτό δεν μ’ έκανε ν’ αλλάξω».

«… με βοήθησε να καταλάβω πράγματα που γνώριζα εν μέρει. Με βοήθησε να λύσω ηθικά και συγκινησιακά προβλήματα, αλλά όχι στο επίπεδο της συμπεριφοράς μου».

Τελικά, η εμπειρία στη φυλακή δεν φαίνεται να έχει αποτρεπτικό αποτέλεσμα:

«Η φυλακή δεν μπορεί να αλλάξει κάποιον, είναι η απόφαση του ίδιου του ατόμου που δημιουργεί την αλλαγή».

Τυπολογία των δραστών ένοπλης ληστείας

Η έρευνα οδήγησε στη δημιουργία τεσσάρων τύπων ενόπλων ληστών.

1) Ο πολυϋπότροπος: Τα χαρακτηριστικά του είναι ένας μεγάλος αριθμός ενόπλων ληστειών που τελείται σ’ ένα μακρό χρονικό διάστημα (7 ή 8 χρόνια κατά μέσον όρο). Παρ’ όλα αυτά είναι σχετικά ανοργάνωτος.

2) Ο επαγγελματίας: Η σταδιοδρομία του στην ένοπλη ληστεία εκτείνεται, επίσης, σε πολλά χρόνια (11 έως 12 κατά μέσον όρο), όμως ορισμένες ενδείξεις, όπως ο σχεδιασμός του αδικήματος και η χρήση των χρημάτων που έκλεψε, τον διαφοροποιούν από τον πολυϋπότροπο και μαρτυρούν μία καλύτερη οργάνωση και έναν προσανατολισμό προς το μέλλον.

3) Ο εντατικός: Τελεί πολλές ένοπλες ληστείες σε μία σύντομη περίοδο μερικών εβδομάδων ή μηνών και κατόπιν εγκαταλείπει. Δεν είχε καθόλου ή πολύ λίγες επαφές με τη δικαιοσύνη.

4) Ο ευκαιριακός: Ασχολείται με την ένοπλη ληστεία για μερικούς μήνες με μάξιμουμ τα δύο χρόνια. Μετά εγκαταλείπει, αλλά εξακολουθεί να τελεί άλλου είδους αδικήματα (διάρρηξη, απάτη, κλεπταποδοχή…) και με τον τρόπο αυτό γίνεται πολυϋπότροπος.

Στο δείγμα των 39 ερωτηθέντων υπήρχαν 11 πολυϋπότροποι, 16 επαγγελματίες, 4 εντατικοί και 8 ευκαιριακοί.

Συμπεράσματα

Παρά το γεγονός ότι οι ερωτηθέντες τέλεσαν έναν μεγάλο αριθμό ληστειών, δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για «εξειδίκευση». Η ληστεία αποτελεί ένα αδίκημα μεταξύ όλων των άλλων. Η θέση αυτή αντιφάσκει προς εκείνη ορισμένων5 που πιστεύουν ότι οι τυπολογίες των εγκληματιών στηρίζονται στη φύση του αδικήματος και ότι η «εξειδίκευση» σ’ έναν τύπο εγκλήματος είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Αντίθετα η έρευνα κατέδειξε ότι η «εξειδίκευση» είναι μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Ο συνηθισμένος εγκληματίας δεν μπορεί, γενικά, να εξειδικευθεί.6 Πηδά πάνω σε οποιαδήποτε ευκαιρία που του προσφέρεται: διάρρηξη, ληστεία, απάτη, εμπόριο ναρκωτικών κ.ο.κ.

Παρατηρήσεις

Η έρευνα αυτή είναι εμπνευσμένη από τη στρατηγική ανάλυση του εγκλήματος που επιχειρεί, εδώ και πολλά χρόνια, ο συνάδελφος Maurice Cusson και που θέλει να δείξει, μεταξύ άλλων, ότι ο εγκληματίας είναι ένα λογικό ον που παίρνει τις αποφάσεις του ψύχραιμα υπολογίζοντας τα οφέλη που θα αποκομίσει σε σχέση με το κόστος που θα καταβάλλει.

Όμως η ίδια η έρευνα αυτοαναιρείται, εν μέρει, όταν στα συμπεράσματά της αναγνωρίζεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει (στις περισσότερες περιπτώσεις) εξειδίκευση, αφού το άτομο περνά με ευκολία από τη μία εγκληματική δραστηριότητα στην άλλη. Εάν ο εγκληματίας δρούσε τόσο ορθολογικά, όπως προτείνει ο M. Cusson, θα οργάνωνε και την «καριέρα» του ανάλογα.

Το να δεχθούμε ότι ο εγκληματίας ενεργεί ορθολογικά, νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο την ποινή και την εφαρμογή της θεωρίας του just desert. Ο εγκληματίας πρέπει να πληρώσει, εφόσον επέλεξε ψύχραιμα τον δρόμο που οδηγεί σ’ αυτό το αποτέλεσμα.

Τα στοιχεία, όμως, της έρευνας δείχνουν την απουσία εξειδίκευσης πράγμα που σημαίνει ότι ο εγκληματίας θα τελέσει το α΄ ή β΄ αδίκημα ανάλογα:

α) με τις ανάγκες τησ στιγμής.

β) με την ψυχική (ή και σωματική) κατάσταση στην οποία βρίσκεται (χρήση αλκοόλ/ναρκωτικών).

γ) με τους στόχους που έχει θέσει.

Αν το στοιχείο γ) μπορεί να εξορθολογισθεί κατά κάποιο τρόπο, τα στοιχεία α) και β) εξαρτώνται από παράγοντες (υποκειμενικούς και αντικειμενικούς) εξαιρετικά δύσκολους στο να προσδιορισθούν.

Όσο και αν αντιλαμβανόμαστε την επιθυμία ορισμένων ερευνητών και συγγραφέων να «καταλογοποιήσουν» την παραβατική συμπεριφορά και να σκιαγραφήσουν τον εγκληματία, η παραβατικότητα με την πολυπλοκότητά της ξεφεύγει από κάθε τέτοια απόπειρα. Είναι πάντως, προς τιμήν του M. Cusson που δέχθηκε υπό τη διεύθυνσή του να δημοσιευθεί μία τέτοια έρευνα, που σε τελική ανάλυση τα αποτελέσματά της αντικρούουν τις ίδιες του τις θέσεις.

 Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι παρά την πολυπλοκότητα και τη συνθετότητα σκιαγράφησης του προφίλ του εγκληματία, καθώς όπως καταλήγει ο Καθηγητής Α. Μαγγανάς στο εν λόγω άρθρο του, οι ανάγκες της στιγμής, η ψυχική ή ακόμα και σωματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το άτομο (χρήση αλκοόλ/ναρκωτικών) και οι στόχοι που έχει θέσει, δύναται να επιδράσουν με τρόπο καθοριστικό στο «πέρασμα» στην εγκληματική πράξη, παρατηρούμε τη «σταθερότητα» και «διαχρονικότητα» ορισμένων στοιχείων που μας απασχολούν και μας προβληματίζουν εντόνως, όπως είναι η αρνητική επίδραση ενός δυσλειτουργικού οικογενειακού περιβάλλοντος και η πρώιμη εγκατάλειψη των σχολικών σπουδών, ο συγχρωτισμός με το εγκληματικό «περιβάλλον», η συνήθεια/ «ρουτίνα» σ’ έναν ορισμένο τρόπο ζωής, η πιθανότητα ακόμα μεγαλύτερης μύησης στο έγκλημα μετά την εμπειρία του εγκλεισμού, η δυσκολία τροποποίησης της συμπεριφοράς ακόμα και για τα άτομα που επιθυμούν να κάνουν μία νέα αρχή κλπ. και όλα αυτά τα στοιχεία καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης, μεταξύ άλλων, μέσω της αποτελεσματικής αντιμετώπισης των πολύ σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων. Σημαντικό να επενδύσουμε, ως κοινωνία, σε ένα πολύ καλό σύστημα κοινωνικής μέριμνας και πρόνοιας και βέβαια στην παιδεία που μπορεί να διαδραματίσει έναν πολύ θετικό ρόλο, κυρίως σε ό,τι αφορά την πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας. Από την άλλη πλευρά, κρίνω θετικό το ότι, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, καταγράφεται η επιθυμία δραστών ακόμα και τόσο σοβαρών έκνομων ενεργειών, να σταματήσουν την εγκληματική τους «καριέρα» και εδώ ενδεχομένως βρίσκεται ένα ακόμα «κλειδί» στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, στο να δοθούν «κίνητρα», εάν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτήν τη λέξη με την ευρεία ασφαλώς έννοια, αποχής από την εγκληματική πράξη, ειδικά σε νεαρούς, «αρχάριους» και περιστασιακούς δράστες που θα μπορούσαν με ουσιαστική κοινωνική υποστήριξη να απέχουν από την εγκληματική τους δράση και να εστιάσουν σε δημιουργικές διεξόδους, που συνάδουν με το νεαρό της ηλικίας τους, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή τους προτού είναι πολύ αργά.  

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts