Το «σύνδρομο της ιδρυματοποίησης» σε ολοκληρωτικού τύπου περιβάλλοντα

1397903264_456b57b238_b

της Αγγελικής Καρδαρά. 

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί…
Τι, στ’ αλήθεια, συμβαίνει όταν τα βαριά σιδερένια κάγκελα των φυλακών και γενικότερα των ιδρυμάτων (ψυχιατρείων, ορφανοτροφείων κ.α.) κλείνουν, αποκλείοντας τους τροφίμους από την επαφή τους με τον έξω κόσμο και από τα πιο απλά πράγματα που εμείς θεωρούμε δεδομένα –όπως ο ήλιος και η θάλασσα;

Αυτό που συμβαίνει είναι δραματικό. Ο χρόνος «παγώνει», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ειδικοί, και ο τρόφιμος σε αρκετές περιπτώσεις σταματά να εξελίσσεται ως προσωπικότητα, μένοντας «στάσιμος» λόγω των περιορισμένων ερεθισμάτων και δυνατοτήτων να έρθει σε επικοινωνία με τα μέλη και τις δράσεις της ελεύθερης κοινωνίας.

Ειδικότερα, οι έγκλειστοι των φυλακών βιώνουν μία πραγματικότητα παράλληλη προς την κυρίαρχη αλλά με τις δικές της αρχές και ιδεώδη, σαν να ζουν μία «δεύτερη ζωή». Από τις μαρτυρίες που έχω καταγράψει στο πλαίσιο της έρευνάς μου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, οι ίδιοι οι κρατούμενοι κάνουν σαφή διάκριση ανάμεσα στη φυλακή και τον «έξω κόσμο»/την κοινωνία, όπως την αποκαλούν, και κατ’ επέκταση ανάμεσα στους νόμους που ισχύουν εντός και εκτός φυλακής.

Άρα, δεν είναι τυχαίο ότι διαχωρίζουν «το δίκαιο της κοινωνίας» από το δικό τους κώδικα αξιών, ο οποίος μάλιστα είναι άτεγκτος με όλους όσους θεωρούνται «εχθροί» και κυρίως με τα «καρφιά» (όσους δηλαδή προδίδουν τις αρχές τους), αλλά και με τα όργανα της τάξης.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι αναφέρονται στο αδίκημα κατά της κοινωνίας = «το έγκλημα», το οποίο διακρίνεται από τα εγκλήματα που διαπράττονται εντός του ιδρύματος. Οι υποτιμητικές εκφράσεις που χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν τα όργανα της τάξης, δηλώνει την απέχθειά τους γενικά προς τους φορείς εξουσίας που εκφράζουν την «κυρίαρχη» ιδεολογία και το «χάσμα» επικοινωνίας ανάμεσά τους. Ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων εκφράσεων: «IQ μηδέν οι ανθρωποφύλακες», «ακατοίκητος ο αρχιφύλακας», «έρχονται οι ανθρωποφύλακες να μετρήσουν τα πρόβατα», «μπατσόνια», κ.λπ.

Η επιτακτική ανάγκη της αποϊδρυματοποίησης

Δεν είναι τυχαίο ότι επιστήμονες της ψυχικής υγείας τονίζουν εμφατικά την ανάγκη αποϊδρυματοποίησης –κυρίως για τους ανήλικους- και αντικατάστασης όλων των ιδρυμάτων με ειδικές δομές.  

Η Ισπανία είναι η μόνη χώρα, η οποία δεν φυλακίζει ανήλικους. Είναι βέβαιο ότι οι φυλακές, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι κρατούμενοι τις αποκαλούν, είναι «κολλέγια εγκλήματος». Συνεπώς, θα έπρεπε ήδη να είχαν αντικατασταθεί με εναλλακτικά μέσα έκτισης ποινών και δομές, στελεχωμένες με εξειδικευμένο προσωπικό.

«Τα κολλέγια του εγκλήματος», ο σωφρονισμός και
η κοινωνική επανένταξη»

Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η έννοια του «σωφρονισμού» και της κοινωνικής επανένταξης εγκλείστων σε ολοκληρωτικού τύπου ιδρύματα, όπως οι φυλακές, είναι εξαιρετικά δύσκολη…

Στο «κολλέγιο του εγκλήματος» ο φυλακισμένος, αποκομμένος από τα μέλη της ελεύθερης κοινωνίας, χωρίς δραστηριότητες, σε ένα κλειστού τύπου περιοριστικό περιβάλλον, περιτριγυρισμένος από άλλους κρατούμενους που μπορεί να είναι ακόμα και πωρωμένοι εγκληματίες, δεν έχει ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή του, σε περίπτωση που ο ίδιος επιθυμεί να έχει μια «δεύτερη ευκαιρία» και να ζήσει μια διαφορετική ζωή –εκτός παρανομίας- όταν αποφυλακιστεί.

Αν μάλιστα βασιστώ στα πορίσματα των συνεντεύξεων που πραγματοποίησα  με 70 κρατούμενους των Φυλακών Κορυδαλλού, θα έλεγα ότι πολλοί άνθρωποι με τους οποίους συνομίλησα, κυρίως νεαρών ηλικιών, βρίσκονται έγκλειστοι, γιατί η φυλακή είναι «σπίτι» τους. Χωρίς υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον και χωρίς ουσιαστική βοήθεια και καθοδήγηση, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι «μαθαίνουν» (συχνά, υπό την επήρεια ουσιών ή αναζητώντας ουσίες) να κλέβουν, να αρπάζουν τσάντες, να κάνουν διαρρήξεις και επιστρέφουν στη φυλακή, γιατί και οι ίδιοι από ένα σημείο και μετά νιώθουν ότι εκεί «ανήκουν». Από εκεί θα φεύγουν και εκεί θα επιστρέφουν, σαν να βρίσκονται σε ένα «τρενάκι του τρόμου»…

Ασφαλώς, η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν αφορά όλους τους φυλακισμένους (καθώς πλέον στα καταστήματα κράτησης ο ποινικός πληθυσμός έχει «σκληρύνει»), αλλά τολμώ να πω ένα μεγάλο αριθμό αυτών. Αυτό είναι ένα στοιχείο που οφείλει να προβληματίσει τους ειδικούς και τους φορείς της αντεγκληματικής πολιτικής και σε ένα δεύτερο επίπεδο το ευρύτερο κοινό.

Ποιος είναι, τελικά, ο ρόλος των φυλακών σήμερα;

Όλα ξεκινούν από ένα απλό ερώτημα «ποιος είναι ο στόχος που ως κοινωνία επιδιώκουμε να υλοποιήσουμε μέσα από τη δημιουργία ιδρυμάτων, όπως οι φυλακές;». Ο ρόλος των φυλακών σήμερα είναι να λειτουργούν ως «καταστήματα κράτησης», όπως άλλωστε αποκαλούνται πλέον, ή έχουν ένα βαθύτερο νόημα και περιεχόμενο;

Σε αυτό το ερώτημα, πρέπει κάποτε οι ειδικοί να είναι σαφείς και ξεκάθαροι: «Είναι οι φυλακές μόνο τόπος κράτησης ‘αποκλινόντων’ μελών του ευρύτερου πληθυσμού ή στοχεύουν στο να προετοιμάσουν σταδιακά τους τροφίμους που σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα θα επιστρέψουν στην κοινωνία, ώστε να επανενταχτούν όσο πιο ομαλά γίνεται και να μην επιστρέψουν στη φυλακή»;

Το «Σύνδρομο της Ιδρυματοποίησης»

Το χαρακτηριζόμενο «σύνδρομο της ιδρυματοποίησης», με το οποίο έχω ασχοληθεί και στο παρελθόν σε άρθρα μου, αποτελεί ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να αναδειχθεί από τα μίντια, γιατί βιώνεται με τον πιο αρνητικό τρόπο από τους τροφίμους των ιδρυμάτων.

Ειδικότερα για τις φυλακές, πρέπει να επισημάνω ότι με τον όρο «ιδρυματοποίηση» (prisonization) εννοούμε την ενσωμάτωση στον «υποπολιτισμό» της φυλακής, η οποία εξαρτάται τόσο από το χρόνο παραμονής κάθε τροφίμου στο σωφρονιστικό κατάστημα όσο και από την εν γένει προσωπικότητά του. (*1)

Άρα, όταν κάνουμε λόγο για  «ιδρυματοποίηση», εννοούμε τη διαδικασία ενσωμάτωσης των κρατουμένων στο άτεγκτο πλαίσιο της φυλακής, κατά την οποία εσωτερικεύουν τις αρχές και τους κανόνες που συνθέτουν τον κώδικα του «υποπολιτισμού» των εγκλείστων (inmates’ code). (*2)

Πώς ξεκινά η «ιδρυματοποίηση» για τους φυλακισμένους και
ποιες διαστάσεις λαμβάνει;

Η «ιδρυματοποίηση» ξεκινά απότομα και επώδυνα για τους εγκλείστους, οι οποίοι με την είσοδό τους στο σωφρονιστικό κατάστημα υποχρεούνται να επαναπροσδιορίσουν την προσωπική τους ταυτότητα, γιατί εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις δραστηριότητες και τους δεσμούς (συγγενικούς, φιλικούς, επαγγελματικούς) που είχαν στην ελεύθερη κοινωνία και να αποδεχτούν το ρόλο του «κατώτερου» στη «μικροκοινωνία» της φυλακής.

Άμεση συνέπεια των παραπάνω είναι η αναζήτηση μέσων για να βιώσουν όσο πιο ανώδυνα γίνεται τη σκληρή εμπειρία της φυλακής (*3) αλλά και η εκμάθηση μορφών συμπεριφοράς και νέων συνηθειών αναφορικά με την καθημερινή τους διαβίωση. Γι’ αυτό, σε σύντομο χρονικό διάστημα όλες οι ενέργειες και οι παρεχόμενες «ανέσεις» (π.χ. ένα τσιγάρο, μία τηλεκάρτα, μία καραμέλα κ.λπ.) αποκτούν πολύ μεγαλύτερη αξία για τους κρατούμενους από όσο θα τους απέδιδαν τα μέλη της ελεύθερης κοινωνίας. (*4) Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται ο κώδικας των τροφίμων, ο οποίος πηγάζει από τις κυρίαρχες αρχές του «υποπολιτισμού» τους.

Οι πέντε κύριοι παράγοντες προσαρμογής στον «υποπολιτισμό» της φυλακής

Πρέπει βέβαια να διευκρινίσω ότι η ένταξη σε αυτό το σκληρό πλαίσιο δεν είναι ίδια για όλους τους κρατούμενους, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι πιο καταλυτικοί, όπως καταγράφονται από τους ειδικούς, είναι οι ακόλουθοι πέντε:

Πρώτον, ο χρόνος παραμονής στο ίδρυμα. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το άτομο βρίσκεται στο σωφρονιστικό κατάστημα, τόσο περισσότερο εμπλέκεται στο σύστημα της φυλακής.

Δεύτερον, η αυστηρότητα της φυλακής. Οι τρόφιμοι των φυλακών υψίστης ασφαλείας παρουσιάζουν μεγαλύτερο βαθμό ένταξης.

Τρίτον, το μέγεθος της φυλακής. Οι ογκώδεις φυλακές, σε συνδυασμό με την αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλουν, αυξάνουν την κοινωνικοποίηση των εγκλείστων.

Τέταρτον, η επαφή με τον έξω κόσμο. Όσο πιο αποκομμένοι είναι οι κρατούμενοι από την ευρύτερη κοινωνία, τόσο περισσότερο αναζητούν «καταφύγιο» στο σύστημα της φυλακής.

Πέμπτον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την προσωπικότητα του τροφίμου. Βάσει αυτών των στοιχείων καθένας «ερμηνεύει» με διαφορετικό τρόπο την εμπειρία του εγκλεισμού και προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα.

Η πλειοψηφία των φυλακισμένων, κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής, εφαρμόζει συνήθως περισσότερες από μία «τακτικές», προσπαθώντας να προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνονται κάθε φορά. (*5)

Το προσωπικό μου βίωμα ως ερευνήτρια

Κλείνοντας, θα ήθελα να καταγράψω το προσωπικό μου βίωμα ως ερευνήτρια: ύστερα από την τρίμηνη καθημερινή παρουσία μου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, αισθανόμουν σαν να υπάρχουν δύο παράλληλοι κόσμοι: ο «υπόγειος» που ήταν αυτός των φυλακών, στον οποίο βρισκόμουν καθημερινά από πολύ πρωί ως τις 2 το μεσημέρι, και ο «πραγματικός» κόσμος. Η «μετάβαση» από τον ένα στον άλλο κόσμο δεν είναι εύκολη.

Αν και όσο βρισκόμουν στη φυλακή για την έρευνα, δεν αισθάνθηκα φόβο μολονότι ήμουν κλειδωμένη με τους κρατούμενους για να μπορέσουν να μιλήσουν ελεύθερα (είναι σημαντικό να τονίσω στο σημείο αυτό και για άλλους νέους ερευνητές ότι οι κρατούμενοι δεν με έβλεπαν σαν «απειλή», καθώς ο ρόλος μου ήταν ξεκάθαρος, με αποτέλεσμα να έχουν αναπτύξει ένα «δίχτυ προστασίας» και να με βοηθήσουν σημαντικά στην υλοποίηση των ερευνητικών μου στόχων), στον «πραγματικό» κόσμο ξυπνούσα κάποιες φορές με εφιάλτες, τρόμαζα όταν άκουγα πόρτες να κλείνουν απότομα, ενώ ήθελα να αποφεύγω συγκεκριμένα μέρη, όπως το μετρό. Είναι ένα παράξενο συναίσθημα που σίγουρα το καταλαβαίνει όποιος έχει βιώσει μια αντίστοιχη εμπειρία.

Επίσης, συνομιλώντας εκείνη την περίοδο με σωφρονιστικούς υπαλλήλους, διαπίστωσα ότι εργαζόμενοι των καταστημάτων κράτησης αντιμετωπίζουν το σύνδρομο της «ιδρυματοποίησης». Τέλος, τα υψηλά ποσοστά υποτροπής δείχνουν την αποτυχία ανάλογων θεσμών.

Το θέμα είναι εξαιρετικά σοβαρό και πρέπει επιτέλους να τεθεί επί τάπητος με ζητούμενο τις ξεκάθαρες απαντήσεις για τη δομή και λειτουργία των καταστημάτων κράτησης, όπως και τον αποτελεσματικό επανασχεδιασμό τους.

Το δικό μου μήνυμα, συνοψίζοντας, είναι να αφουγκραστούμε τις ανάγκες ενός κόσμου «ιδιαίτερου» και να επικοινωνήσουμε μαζί του, ώστε να γκρεμίσουμε τα τεχνητά τείχη που μας χωρίζουν από αυτόν. Τα «κολλέγια του εγκλήματος» πρέπει κάποτε να γκρεμιστούν…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ε. Λαμπροπούλου, Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος, Αθήνα: Παπαζήσης, 1994.
  2. M.D. McShane, F.P. Williams III, επιμ, Encyclopedia of American Prisons, N. York and London: Garland Publishing, 1996.
  3. Όπ.π., σελ. 357
  4. T.G. Blomberg, K. Lucken, American Penology: A History of Control, N. Brunswick and London: Aldine Transaction, 2006.
  5. E. Goffman, Asylums Essays on the Social Situation of Mental Patients and other Inmates, N. York: Anchor, 1961.

(Φωτογραφία: Aapo Haapen@Filckr)

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts