Το βίωμα της εισόδου στη φυλακή – Εγκλεισμός

της Αγγελικής Καρδαρά.

Από τα λαμπερά φώτα του θεάτρου και από το δυνατό και ζεστό χειροκρότημα του κοινού που «πλημμύριζε» τις θεατρικές σκηνές στη σφοδρή κοινωνική καταδίκη (από ένα μέρος τουλάχιστον της κοινωνίας) και στο σκοτάδι της φυλακής…

Μία εικόνα που, μέσα στην αντιφατικότητά της, μας φορτίζει συναισθηματικά, μας προκαλεί ανατριχίλα και μας δημιουργεί έντονο προβληματισμό.

Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων του Φεβρουαρίου είναι καταιγιστικές. (Βλ. και σχετικό μας θέμα “Η δύναμη της φωνής ανθρώπων που «δεν είχαν φωνή»”)

Προφυλακιστέος κρίθηκε, με τη σύμφωνη γνώμη ανακρίτριας και εισαγγελέα,  ο τέως καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και οδηγήθηκε στις φυλακές Τρίπολης, σε αναμονή της δίκης του. Ο ίδιος δηλώνει αθώος και αρνείται τις αποδιδόμενες κατηγορίες. Τον τελευταίο και πιο σημαντικό λόγο έχει ασφαλώς η Δικαιοσύνη, επομένως θα παρακολουθήσουμε τις δικαστικές εξελίξεις και θα περιμένουμε να φωτιστούν όλες οι πτυχές της πολύ σοβαρής υπόθεσης, με τις πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις της και με ένα μεγάλο ενδιαφέρον σε πολλά επίπεδα, νομικό, εγκληματολογικό αλλά και κοινωνικό.

Στο παρόν άρθρο δεν θα αναφερθώ στην ουσία της υπόθεσης, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά θα επιχειρήσω να αναλύσω σε ερευνητικό επίπεδο αυτή την αντιφατική εικόνα και ειδικότερα το πώς βιώνεται από έναν κρατούμενο που ξαφνικά από την ελεύθερη κοινωνία, όπου είχε μία πολύ διαφορετική ζωή, με έντονη επαγγελματική δραστηριότητα, πολλές κοινωνικές επαφές με καταξιωμένα στον χώρο τους πρόσωπα, έχαιρε δημοφιλίας, κοινωνικής αποδοχής και εκτίμησης, η ζωή στο κλειστό και περιοριστικό πλαίσιο της φυλακής, όπου η καθημερινότητα είναι τελείως διαφορετική, οι δυνατότητες για να τεθούν προσωπικοί στόχοι περιορισμένες, ενώ ο χρόνος κυλάει, σύμφωνα και με μαρτυρίες των ίδιων των εγκλείστων, με έναν πολύ διαφορετικό ρυθμό από ότι στην ελεύθερη κοινωνία.

Παραπέμπω στη μαρτυρία του νεαρού Rokas, όπως την καταγράψαμε στο pm το έτος 2017.

Rokas Balbieris: Από το σκοτάδι των φυλακών στο φως της ζωής:

«Οι πρώτοι 6 μήνες είναι δύσκολοι. Είναι δύσκολο να τα συνηθίσεις όλα. Στον Αυλώνα που είναι όλα νέα παιδιά, έχουν όλα πολλή ενέργεια και δεν ξέρεις πού να διοχετεύσεις όλη την ενέργεια Τα κελιά είναι 12 τ.μ. και μένουν 4 άτομα συνήθως, με μία ντουζιέρα. Υπήρχαν περίοδοι με υπερπληθυσμό στον Αυλώνα και σε κάποια κελιά έμεναν 5-6 άτομα, κοιμούνταν με βάρδιες. Επειδή δεν ήμουν και Έλληνας, το να βρεθώ σε τέτοιες συνθήκες που δεν μιλάω τη γλώσσα, ήταν πολύ δύσκολο. Αισθανόμουν ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Αν δεν υπήρχαν και οι άλλοι δύο Λιθουανοί, που προανέφερα, δεν θα μπορούσα να μιλήσω με κανέναν. Ευτυχώς που υπήρχε το σχολείο. Ένα παιδί που βρίσκεται σε γκρι τοίχους, σε ένα περιβάλλον χωρίς καθαριότητα, σε άθλιες συνθήκες και είναι κλεισμένο σε ένα δωμάτιο, κάπου 15 ώρες το 24ωρο, «βυθίζεται» σε κατάθλιψη. Εγώ προσπάθησα, μετά το πρώτο δικαστήριο, που κατάλαβα ότι θα μείνω για καιρό στη φυλακή, να αξιοποιήσω τον χρόνο μου όσο καλύτερα γίνεται. Άρχισα να ασχολούμαι με όσα περισσότερα πράγματα μπορούσα και βρέθηκαν πράγματα να κάνω. Μπήκα σε ομάδα μουσικής, ομάδα με σκάκι. Διάβαζα, έκανα γυμναστική, ζωγράφιζα, ό,τι μπορούσα έκανα. Ήταν πολύ δύσκολο να βλέπω τα άλλα παιδιά σε παρόμοια ηλικία με εμένα που έβγαιναν στο προαύλιο και απλώς παραπονούνταν ότι οι συνθήκες είναι άθλιες. Δεν έκαναν τίποτα. Απλώς έτρωγαν, έβλεπαν τηλεόραση και κοιμούνταν. Είχαν πέσει σε κατάθλιψη. Όσο δεν το παλέψεις, βυθίζεσαι. Το καλό είναι ότι στον Αυλώνα είναι καλύτερα από άλλες φυλακές. Πού και πού έβλεπες χαμόγελο, άλλοι γνωστοί που είχαν περάσει από άλλες φυλακές έλεγαν ότι δεν έβλεπες ποτέ χαμόγελο».

Θα ξεκινήσω υποστηρίζοντας ότι η εικόνα της σύλληψης και μεταγωγής στις φυλακές του σημαντικού μέχρι εκείνη τη στιγμή προσώπου του θεάτρου μας προκαλεί «μούδιασμα», γιατί αποτυπώνει γλαφυρά τις δύο αντίθετες όψεις της ζωής: την όμορφη και δημιουργική, γεμάτη λάμψη και δόξα ζωή από τη μία πλευρά, τη σκοτεινή ζωή πίσω από τα κάγκελα, από την άλλη. Είναι αναμφίβολα μία απότομη μετάβαση για κάθε κρατούμενο ο εγκλεισμός του στη φυλακή και γι’ αυτό η διεθνής έρευνα κάνει αναφορά σε μία «δεύτερη ζωή» (second life) που ξεκινάει με την είσοδό του στη φυλακή. Ήδη το γεγονός ότι από το φως (με την κυριολεκτική σημασία) βρίσκεσαι σε έναν σκοτεινό χώρο, χωρίς ελευθερία κίνησης και αυτόνομης δράσης, συνιστά μία νέα πραγματικότητα την οποία ο κάθε έγκλειστος καλείται να αντιμετωπίσει και να προσαρμοστεί σε αυτήν.

Καταθέτοντας την προσωπική μου ερευνητική εμπειρία από τις Φυλακές Κορυδαλλού και τις συνεντεύξεις με 70 κρατούμενους, αλλά και αργότερα με αποφυλακισμένους στο πλαίσιο της επαναληπτικής μας έρευνας (follow-up research) για τη γλώσσα της φυλακής στο Κέντρο Μελέτης του Εγκλήματος Φυλακή και Γλώσσα (επαναληπτική έρευνα) Archives – KE.M.E. (e-keme.gr), όπου μάλιστα έχουν δρομολογηθεί για το προσεχές χρονικό διάστημα νέες δημοσιεύσεις της ερευνητικής μας ομάδας, διαπιστώνω ότι ο τρόπος που βιώνεται ο εγκλεισμός από άτομα που πριν από τη φυλάκιση είχαν μία σημαντική επαγγελματική και κοινωνική θέση διαφοροποιείται σε ορισμένα σημεία σε σχέση με τα άτομα που εκτός φυλακής είχαν ήδη την «ετικέτα» του παραβατικού και κινούνταν μόνο στον κόσμο της παρανομίας. Πιο συγκεκριμένα, από τις εκτενείς συζητήσεις μου με κρατούμενους και πρώην κρατούμενους, διαπιστώνω ότι οι έγκλειστοι που μέχρι τη σύλληψη και φυλάκισή τους είχαν το προφίλ του «επιφανούς» προσώπου προσπαθούσαν πιο έντονα να διατηρήσουν  και εντός φυλακής έστω και ένα μέρος αυτού που συνέθετε την εικόνα τους εκτός κοινωνίας. Αυτό το στοιχείο είναι απολύτως κατανοητό και ερμηνεύσιμο, δεδομένου ότι ο κάθε κρατούμενος, με την είσοδό του στη φυλακή, διακατέχεται από τον φόβο ότι θα «αλλοιωθεί» η προσωπική του ταυτότητα, ότι δεν θα στερηθεί δηλαδή μόνο την ελευθερία και την αυτονομία του αλλά και την «εικόνα» του. Συνεπώς, ο κάθε κρατούμενος προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα του ζωή εντός φυλακής κρατώντας ένα σημαντικό για εκείνον κομμάτι που αντιπροσώπευε αυτό που ήταν στην ελεύθερη κοινωνία πέρα από την «ετικέτα» του κρατούμενου που αποκτά με την είσοδό του στη φυλακή.

Αυτό επομένως που διαπίστωσα ερευνητικά ήταν ότι στη διάρκεια των συνεντεύξεών μας έκαναν συχνές αναφορές στη ζωή τους και κυρίως στην εικόνα τους εκτός φυλακής. Ανέφεραν για παράδειγμα ότι είχαν μία σημαντική κοινωνική θέση, ότι ήταν άτομα αξιοσέβαστα και ότι δεν έχουν το προφίλ που μπορεί να έχουμε στο μυαλό μας για έναν κρατούμενο. Επίσης, οι ίδιοι διαχώριζαν τη θέση τους από άλλους εγκλείστους που εκτός φυλακής βρίσκονταν σε χαμηλότερη κοινωνικο-οικονομική και επαγγελματική θέση. Ασφαλώς, πρέπει να τονισθεί ότι ο κάθε κρατούμενος βιώνει με τον δικό του τρόπο, ο οποίος εξαρτάται από πλήθος παραγόντων, τον εγκλεισμό του.

Ακολούθως εξετάζονται ορισμένες από τις σημαντικές έννοιες που αφορούν τον χώρο των φυλακών και την είσοδο του κρατούμενου στο κλειστό και περιοριστικό περιβάλλον ενός καταστήματος κράτησης, που αποτέλεσαν αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης στο βιβλίο μου «Φυλακή και Γλώσσα»[1], προκειμένου να κατανοήσουμε βαθύτερα πώς βιώνει ένας κρατούμενος τον εγκλεισμό του.

Η «μικροκοινωνία» της φυλακής: Η φυλακή χαρακτηρίζεται «μικροκοινωνία» των κρατουμένων. Ο σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης κοινωνιολογίας των φυλακών Donald Clemmer[2] προχωρά ένα βήμα παραπάνω και κάνει λόγο για το αθέατο περιβάλλον της φυλακής (unseen environment), το οποίο ορίζει ως «κοινωνικό σύστημα των εγκλείστων». Σύμφωνα με το Gresham M. Sykes,[3] αυτό το σύστημα, που αποτελεί την «κοινωνική τάξη» των κρατουμένων, αναπτύσσεται άτυπα κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης. Ειδικότερα ο Sykes χρησιμοποιεί τους ενδιαφέροντες όρους: «η κοινωνία μέσα στην κοινωνία», «η κοινότητα της φυλακής», «η κοινωνία των δέσμιων» ή αλλιώς «ο υποπολιτισμός των κρατουμένων» που, κατ’ αυτόν, δημιουργείται αποκλειστικά στον χώρο της φυλακής, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που έχει απαγορευθεί κάθε επικοινωνία μεταξύ των εγκλείστων.

Ωστόσο, είναι λανθασμένη αντίληψη ότι η φυλακή ταυτίζεται απόλυτα με την κοινωνία, διότι καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Σε αντίθεση με τους ελεύθερους πολίτες, οι τρόφιμοι βιώνουν μία παραμορφωτική ή έστω αλλοιωμένη κοινωνική πραγματικότητα όταν εισέρχονται στη φυλακή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πρέπει να κερδίσουν όλα όσα θεωρούνται αυτονόητα για τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας. Στη φυλακή, με άλλα λόγια, τίποτα δεν είναι δεδομένο, ούτε καν πράγματα ευτελής αξίας, π.χ. τα τσιγάρα ή η τηλεκάρτα, στα οποία το ευρύ κοινό έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση. Πιο αναλυτικά, στον χώρο της φυλακής, πέραν της αυτονόητης στέρησης προσωπικής ελευθερίας, αφαιρείται από τους εγκλείστους το δικαίωμα της επιλογής που διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο στην ελεύθερη κοινωνία. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος οι τρόφιμοι δεν μπορούν να αναπτύξουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους. Δεν έχουν καν τη δυνατότητα να ορίζουν το καθημερινό πρόγραμμά τους, αφού υπόκεινται στο διαρκή και σκληρό έλεγχο μίας και μοναδικής εξουσίας, ενώ όλες οι εκφάνσεις της δραστηριότητάς τους είναι αυστηρά προγραμματισμένες και αποβλέπουν πρωτίστως στην πειθάρχηση και εύρυθμη λειτουργία του ιδρύματος.[4]

Η προσαρμογή στο «υποπολιτιστικό» σύστημα της φυλακής: Μία από τις πιο αρνητικές όψεις του εγκλεισμού είναι ότι οι φυλακισμένοι αδυνατούν να θέσουν προσωπικούς στόχους που υπό κανονικές συνθήκες θα τους βοηθούσαν να αναδείξουν τα μοναδικά χαρίσματα που κάθε άτομο διαθέτει και κατ’ επέκταση να επανενταχθούν ομαλά στην κοινωνία, το οποίο άλλωστε είναι το ζητούμενο των σύγχρονων «κρατών πρόνοιας». Υποχρεούνται να ενεργούν από κοινού με τους υπόλοιπους συγκρατούμενους, αποτελώντας ένα είδος «αγέλης» που λειτουργεί μηχανικά, χωρίς κριτική σκέψη. Η προσωπική αξία κατακερματίζεται και «χάνεται» μέσα στο απρόσωπο πλήθος, με αποτέλεσμα οι φυλακισμένοι να ενεργοποιούν αρνητικούς και όχι θετικούς μηχανισμούς άμυνας.[5] Αυτή η δυσχερής κατάσταση επιδρά καθοριστικά στην ψυχοσύνθεσή τους και τους αναγκάζει να αναζητήσουν τρόπους και μέσα για να αντιμετωπίσουν την απότομη, βίαιη και ριζική αλλαγή που λαμβάνει χώρα στη ζωή τους. Οπότε, η καταλυτική διαφορά από την ελεύθερη κοινωνία πηγάζει από το η φυλακή είναι, στην ουσία της, ένα άκαμπτο περιβάλλον που αντλεί δύναμη από περιορισμούς και εξαναγκασμούς.

Όπως βέβαια επισημάνθηκε,  η ένταξη σε αυτό το σκληρό πλαίσιο δεν είναι ίδια για όλους τους κρατούμενους, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι πιο καταλυτικοί, όπως καταγράφονται από τους ερευνητές, είναι οι ακόλουθοι: πρώτον, ο χρόνος παραμονής στο ίδρυμα. Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το άτομο βρίσκεται στο σωφρονιστικό κατάστημα, τόσο περισσότερο εμπλέκεται στο σύστημα της φυλακής. Δεύτερον, η αυστηρότητα της φυλακής. Οι τρόφιμοι των φυλακών υψίστης ασφαλείας παρουσιάζουν μεγαλύτερο βαθμό ένταξης. Τρίτον, το μέγεθος της φυλακής. Οι ογκώδεις φυλακές, σε συνδυασμό με την αυστηρή πειθαρχία που επιβάλλουν, αυξάνουν την κοινωνικοποίηση των εγκλείστων. Τέταρτον, η επαφή με τον έξω κόσμο. Όσο πιο αποκομμένοι είναι οι κρατούμενοι από την ευρύτερη κοινωνία, τόσο περισσότερο αναζητούν «καταφύγιο» στο σύστημα της φυλακής. Πέμπτον, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την προσωπικότητα του τροφίμου. Βάσει αυτών των στοιχείων καθένας «ερμηνεύει» με διαφορετικό τρόπο την εμπειρία του εγκλεισμού και προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα. Συνήθως, οι συναισθηματικά πιο ευάλωτοι εμφανίζουν μεγαλύτερο βαθμό ένταξης.[6]      

Η αποκόμιση προσωπικών οφελών είναι η αιτία για την οποία ορισμένοι φυλακισμένοι προσαρμόζονται πιο σύντομα και σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σημείο που –όσο παράδοξο κι αν φαίνεται- θεωρούν τη φυλακή «σπίτι» τους, είναι συνεργάσιμοι και υπάκουοι. Άλλοι εκφράζουν ανοιχτά την αμφισβήτηση στον θεσμό της φυλακής και αρνούνται να συνεργαστούν με το σωφρονιστικό προσωπικό. Παρατηρούμε ότι σε γενικές γραμμές η προσαρμογή τους διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες, εκ διαμέτρου αντίθετες: την απόλυτη υποταγή που εξασφαλίζει την αρμονία (έστω και φαινομενική) στις σχέσεις κρατουμένων-σωφρονιστικών υπαλλήλων και την εναντίωση που οδηγεί σε ρήξη με τους συγκρατούμενους και τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους.[7]

Αναμφίβολα, πέρα από τις παραπάνω στάσεις, καταγράφονται και άλλες θέσεις, οι κυριότερες εκ των οποίων συνίστανται πάλι σε δύο σημεία: στην έκφραση ουδετερότητας των εγκλείστων απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις, η οποία συχνά συνοδεύεται από αδιαφορία και απόσυρση. Πρόκειται για έναν «αποτελεσματικό» τρόπο έκτισης της ποινής, γιατί δεν δημιουργεί επιπρόσθετους κινδύνους και μπελάδες. Γι’ αυτό θεωρείται μία «τακτική» που είναι πολύ προσφιλής μεταξύ των εγκλείστων.  Η δεύτερη στάση έγκειται στην προσπάθειά τους να μεταμορφωθούν στους «τέλειους» κρατούμενους. Ο «τέλειος» κρατούμενους έχει ομοιότητες με όσους νιώθουν τη φυλακή «σπίτι» τους αλλά εμφανίζεται ακόμα πιο υπάκουος, «ηθικός» και πρόθυμος να προσφέρει τις «υπηρεσίες» του στο προσωπικό των φυλακών. Η πλειοψηφία των φυλακισμένων, κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής, εφαρμόζει συνήθως περισσότερες από μία «τακτικές», προσπαθώντας να προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες συνθήκες που διαμορφώνονται κάθε φορά.[8]

Το αξιοσημείωτο είναι ότι, ανεξαρτήτως της ιδιαίτερης στάσης, όλοι οι έγκλειστοι αποβλέπουν συνειδητά ή ασυνείδητα σε έναν κοινό στόχο: τη διασφάλιση της επιβίωσής τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οχυρώνονται στο «μικρόκοσμό» τους, ο οποίος αντλεί στοιχεία από το γενικότερο περιβάλλον της φυλακής αλλά αναπτύσσει παράλληλα τις δικές του αρχές και αξίες, ως αποτέλεσμα άμυνας στο πλήθος των εξαναγκασμών. Με άλλα λόγια, προκειμένου να μη στερηθούν πλήρως την προσωπική τους ταυτότητα, την προσαρμόζουν στο περιβάλλον της φυλακής, δημιουργώντας τελικά ένα νέο σύστημα σχέσεων, αρχών και κανόνων συμπεριφοράς. Αυτό το σύστημα συνιστά τον ονομαζόμενο «υποπολιτισμό» των κρατουμένων.

Η δική μου έρευνα στηρίχτηκε στην άποψη ότι ο «υποπολιτισμός» των κρατουμένων αποτελεί «έναν κώδικα αξιών, στάσεων, πεποιθήσεων και κανόνων συμπεριφοράς, που συνήθως εκφράζουν αμφισβήτηση προς την αυθεντία της φυλακής και των κατεστημένων εκπροσώπων της, με παράλληλα, αν και όχι αναγκαστική, εκδήλωση αλληλεγγύης των κρατουμένων μεταξύ τους, τουλάχιστον λεκτική».[9] Είναι κατά συνέπεια ένας «κοινωνικός μικρόκοσμος με τους δικούς του αρχηγούς, τους δικούς του νόμους και τα δικά του ήθη και έθιμα»[10] (με την ευρύτερη, ασφαλώς, έννοια των όρων).

Επιπροσθέτως, για τον καθορισμό του «υποπολιτισμού» έχει χρησιμοποιηθεί και η έννοια της «υποκουλτούρας» που ορίζεται ως γενικευμένος τρόπος αντίδρασης, με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση προβλημάτων, τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει ένα σύνολο ατόμων σε συγκεκριμένο περιβάλλον. Οι μετέχοντες στην «υποκουλτούρα» συνθέτουν μία «υποπολιτισμική» ομάδα. Η ενσωμάτωση στον «υποπολιτισμό» της φυλακής χαρακτηρίζεται «ιδρυματοποίηση» (prisonization), η οποία εξαρτάται τόσο από το χρόνο παραμονής κάθε τροφίμου στο σωφρονιστικό κατάστημα όσο και από την εν γένει προσωπικότητά του.[11] Άρα, όταν κάνουμε λόγο για  «ιδρυματοποίηση» εννοούμε τη διαδικασία ενσωμάτωσης των κρατουμένων στο άτεγκτο πλαίσιο της φυλακής, κατά την οποία εσωτερικεύουν τις αρχές και τους κανόνες που συνθέτουν τον κώδικα του «υποπολιτισμού» των εγκλείστων (inmates’ code).[12] 

Συνοψίζοντας, σε αυτό το σκληρό περιβάλλον ο κάθε κρατούμενος προσπαθεί να προσαρμοστεί και να περάσει τα χαρακτηριζόμενα «δεινά του εγκλεισμού» (pains of imprisonment) όσο πιο ανώδυνα γίνεται και στερούμενος όσο το δυνατόν λιγότερα στοιχεία από την προσωπική του ταυτότητα. Αποφυλακισμένοι μας έχουν ακόμα μιλήσει για τις «δοκιμασίες» από τις οποίες έχουν περάσει από τους συγκρατούμενούς τους ως νεοεισερχόμενοι κρατούμενοι, όπως το να κοιμούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα στο πάτωμα, για να αποδείξουν την αντοχή τους και την ψυχική τους δύναμη σε αυτό το περιβάλλον. Γι’ αυτό, όπως έχουν υποστηρίξει, κρίνουν πολύ σημαντικό το να μην δώσουν την εικόνα ενός «ευάλωτου» προσώπου, αλλά του σκληρού ή αδιάφορου που έχει τη δύναμη να αντεπεξέλθει σε όλες τις δυσκολίες. Επίσης, θεωρούν πολύ σημαντική,  μέσα σε αυτήν την μεγάλη ομάδα κρατουμένων, την ένταξη σε υπο-ομάδες κρατουμένων, που θα μπορέσουν να τους προσφέρουν την αναγκαία υποστήριξη και να καλύψουν το αίσθημα του «ανήκειν» για όσο χρονικό διάστημα, μικρότερο ή μεγαλύτερο, παραμείνουν στη φυλακή. Στο σημείο αυτό έχει ενδιαφέρον να αναφέρουμε ορισμένα πράγματα για τις σχέσεις μεταξύ κρατουμένων και τη δυναμική αυτών των σχέσεων.

Οι σχέσεις που δημιουργούνται μέσα στη φυλακή μεταξύ κρατουμένων διαφέρουν, τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς το περιεχόμενό τους, από τις αντίστοιχες μεταξύ ελεύθερων πολιτών. Είναι πιο πολύπλοκες και ιδιόμορφες, δεδομένου ότι ένα «ολοκληρωτικό» ίδρυμα δεν αποτελεί το πλέον πρόσφορο περιβάλλον για τη σύναψη ανιδιοτελών φιλιών που αναπτύσσονται στην ευρύτερη κοινωνία πιο εύκολα και σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, συνιστά ένα αρνητικό και εχθρικό σύστημα, τα μέλη του οποίου κάνουν ό,τι μπορούν (ακόμα και τις πιο ακραίες ενέργειες) για να επιβιώσουν και να καταπολεμήσουν τα «δεινά» του εγκλεισμού. Επιπροσθέτως, στη φυλακή δεν μπορεί να καλλιεργηθεί η εμπιστοσύνη, απαραίτητο στοιχείο για τη διαμόρφωση ουσιαστικών σχέσεων. Οι έγκλειστοι προτιμούν να τηρούν τις αποστάσεις μεταξύ τους, ενώ προσποιούνται ότι είναι πιο σκληροί από όσο είναι στην πραγματικότητα, προκειμένου να μη φανούν ευάλωτοι και πέσουν θύματα κακοποίησης (λεκτικής, σωματικής, ψυχολογικής). Αυτή η συνεχής επίδειξη «μαγκιάς», έστω κι αν είναι προσποιητή, προκαλεί εντάσεις και ανυπέρβλητες δυσκολίες στην επικοινωνία. Συνεπώς, θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνο για έναν κρατούμενο να εμπιστευτεί κάποιον συγκρατούμενό του.

Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, οι σχέσεις που δημιουργούνται μέσα στη φυλακή είναι, στην πλειονότητά τους, επιφανειακές και εφήμερες. Υπό αυτή την έννοια, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για πραγματική φιλία αλλά αποδεχόμαστε τον όρο «συμπράξεις»/ «συναναστροφές» (associations). Πρόκειται για ένα είδος κατά συνθήκην «φιλίας» που εξυπηρετεί δύο θεμελιώδεις σκοπούς: πρώτον, αποβλέπει στη διασφάλιση της προστασίας, διότι η ομάδα παρέχει στον τρόφιμο, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, ασφάλεια προκειμένου να βιώσει τη σκληρή πραγματικότητα της φυλακής. Οπότε, η πλειοψηφία αυτών προτιμά την ένταξη σε μία ομάδα. Ο δεύτερος σκοπός που επιτελεί είναι αμιγώς πρακτικός και συνίσταται στο να αποκτήσει ο κρατούμενος τις «κατάλληλες» γνωριμίες για να αντιμετωπίσει το πλήθος των απειλών και προσβολών που υφίσταται.[13]

Πρέπει ωστόσο να υπογραμμισθεί ότι, παρόλο που οι σχέσεις των φυλακισμένων με τους συγκρατούμενούς τους δεν είναι φιλικές, εξακολουθούν να διέπονται από κοινούς στόχους, όπως την αντιμετώπιση των «δεινών του εγκλεισμού». Σε αυτό το κοινό πλαίσιο λαμβάνει χώρα μία πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία, η χαρακτηριζόμενη «διαδικασία αδελφοποίησης» (fraternalization process),[14] βάσει της οποίας οι έγκλειστοι συνασπίζονται έναντι των πιθανών κινδύνων και απειλών, έστω κι αν τα συναισθήματα μεταξύ τους δεν είναι πηγαία, ούτε καν ειλικρινή.

Επίσης, μία ενδιαφέρουσα παράμετρος, που έχει μελετηθεί από τη διεθνή έρευνα, αφορά την κυριαρχία των χαρακτηριζόμενων tips (κυκλωμάτων) και cliques (κλικών) στον χώρο της φυλακής. Τα «κυκλώματα» αποτελούνται από ένα μεγάλο αριθμό προσώπων, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με χαλαρούς δεσμούς, λόγω παλαιάς, εκτός σωφρονιστικού καταστήματος, γνωριμίας ή λόγω κοινού «εγκληματικού» παρελθόντος. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ένα άτομο μπορεί να ανήκει σε πολλά συγγενή «κυκλώματα». Τα μέλη τους έχουν οικειότητα, εμπιστοσύνη και προχωρούν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις για να εξασφαλίσουν μία πιο αρμονική συνύπαρξη. Οι «κλίκες» είναι τμήματα των «κυκλωμάτων» που στηρίζονται στη συνεργασία και αλληλεγγύη. Δημιουργούνται κατά κύριο λόγο τυχαία, λόγω κοινών ενδιαφερόντων ή προβλημάτων, λόγω συμβίωσης στο ίδιο κελί ή παρεμφερών προ-ιδρυματικών εμπειριών. Τόσο τα «κυκλώματα» όσο και οι «κλίκες» αποβλέπουν στην ασφάλεια των κρατουμένων και κατ’ επέκταση στην απαλλαγμένη από πρόσθετους κινδύνους παραμονή στη φυλακή.[15] Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο εξακολουθούν να έχουν μεγάλη ισχύ, παρά τον κατακερματισμό της «μικροκοινωνίας» των τροφίμων. Η συμβολική δύναμή τους απορρέει από το ότι οι τρόφιμοι των «ολοκληρωτικών» ιδρυμάτων έχουν ανάγκη της στήριξης των συγκρατουμένων τους για να μοιραστούν τις σκληρές εμπειρίες και βιώματα. Σαφώς, απαραίτητο στοιχείο για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα των σχέσεων μεταξύ των φυλακισμένων, κυρίως στο πλαίσιο των «κυκλωμάτων» και «κλικών», είναι η ιεραρχία.

Ως προς τα κριτήρια επιλογής των μελών των «κυκλωμάτων» και της «κλικών», τα πιο σημαντικά θεωρούνται οι: εθνική καταγωγή, θρησκεία και τοπική ταυτότητα. Ήδη από τα τέλη του 1960, πραγματοποιήθηκαν πολλές έρευνες  που αναζήτησαν το εάν και σε ποιο βαθμό υφίστανται οι φυλετικές-εθνικές διακρίσεις, τόσο μεταξύ των κρατουμένων όσο και ανάμεσα σε κρατούμενους και σωφρονιστικούς υπαλλήλους, και κατέληξαν στη διαπίστωση ότι η φυλετική και εθνική συνείδηση διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο στον χώρο των φυλακών. Ακολούθως, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν τα πορίσματα αξιόλογων ερευνών σχετικά με το υπό εξέταση θέμα: ο Leo Carroll, στη μελέτη του με τίτλο Hacks, Blacks and Cons,[16]  διερεύνησε την υπόθεση ότι «ως αποτέλεσμα των ανθρωπιστικών τροποποιήσεων μέσα στη φυλακή και της επίδρασης των φυλετικών-εθνικών κινημάτων έξω από αυτήν, η δομή των κοινωνικών σχέσεων σε κάθε σωφρονιστικό κατάστημα λαμβάνει συνεχώς τη μορφή των φυλετικών σχέσεων (race relations)». Το τελικό συμπέρασμά του ήταν ότι οι συνεχείς επαφές των εγκλείστων με τα μέλη της ελεύθερης κοινωνίας διευκολύνουν τη διάβρωση της αλληλεγγύης τους και πυροδοτούν την ανάδυση κατακερματισμένων κοινωνικών ομάδων αποτελούμενων από πολυάριθμες «κλίκες».

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε ο James B. Jacobs[17] στο Stateville Penitentiary, τη μεγαλύτερη, υψίστης ασφαλείας, φυλακή του Illinois, οι λευκοί και οι έγχρωμοι κρατούμενοι κρατούσαν αποστάσεις μεταξύ τους και οργανώνονταν σε διαφορετικά κοινωνικά συστήματα, απολύτως διακριτά. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα μέλη των δύο «ομάδων» έρχονταν σε επαφή μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως για να παίξουν ποδόσφαιρο, να κλείσουν κάποια παράνομη συμφωνία ή σπανιότερα στον χώρο εργασίας. Ταυτόχρονα, οι λευκοί κατά τη διαμόρφωση των κοινωνικών τους σχέσεων, λάμβαναν πολύ σοβαρά υπ’ όψιν το αδίκημα για το οποίο είχε καταδικαστεί ο συγκρατούμενός τους. Για παράδειγμα, όσοι είχαν καταδικαστεί για ανθρωποκτονία και κλοπή θεωρούσαν ότι ανήκουν σε μία «ανώτερη» ομάδα (elite group), από την οποία αποκλείονταν οι βιαστές, οι παιδεραστές και οι καταδότες. Τέλος, η επικρατούσα μεταξύ λευκών-εγχρώμων κατάσταση είχε αντίκτυπο και στη συμπεριφορά ορισμένων μελών του φυλακτικού προσωπικού. Παρόλο που ο πληθυσμός των φυλακών, τον οποίο αποτελούσαν σχεδόν αποκλειστικά λευκοί, δεν εξέφραζε κατά το μεγαλύτερο μέρος του ρατσιστικές απόψεις έναντι των εγχρώμων, λευκοί έγκλειστοι ανακαλούν στη μνήμη τους ότι, όταν δεν ήταν μπροστά οι έγχρωμοι συγκρατούμενοί τους, οι φύλακες χρησιμοποιούσαν υποτιμητικές εκφράσεις, του τύπου: «τσακώσαμε ένα σκυλάραπα» (we have walked some nigger).[18]

Στις ελληνικές φυλακές η ραγδαία αύξηση του αριθμού των αλλοδαπών κρατουμένων οξύνει τα φαινόμενα του κοινωνικού αποκλεισμού και του «εθνο-πολιτισμικού πολυμερισμού». Οι γλωσσικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές αποτελούν πεδίο αντιπαράθεσης, ενώ θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εποικοδομητικά.  Οι συνθήκες διαβίωσης όμως διογκώνουν τα προβλήματα που πηγάζουν από το διαφορετικό κοινωνικό, πολιτισμικό και γλωσσικό υπόβαθρο των εγκλείστων. Στο σημείο αυτό τα εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά προγράμματα μπορούν να διαδραματίσουν έναν θετικό ρόλο.[19]

Συμπερασματικά, η είσοδος στη φυλακή τόσο για τους υπόδικους όσο και για τους κατάδικους συνιστά την έναρξη μίας «νέας» ζωής, η αλλιώς μίας ζωής που κινείται παράλληλα προς αυτήν της ευρύτερης κοινωνίας έχοντας ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές που βιώνονται με έναν έντονο τρόπο σε αυτό το κλειστό και περιοριστικό περιβάλλον. Η φυλακή ως μικρογραφία της κοινωνίας, ως ένας «μικρόκοσμος κρατουμένων» όπως έχει αποκληθεί, σαφώς και αποτυπώνει συμπεριφορές που καταγράφονται και στην ελεύθερη κοινωνία, ταυτόχρονα όμως έχει και τους δικούς της κανόνες, κώδικες και ρυθμούς.

Η διερεύνηση του θέματος θα συνεχιστεί.


[1] Α. Καρδαρά, Φυλακή και Γλώσσα, Αθήνα: Αντ.Ν. Σάκκουλας, 2014.

[2] D. Clemmer, The Prison Community,N. York: Rinehart, 1958, σελ. xiii, όπ.π. στο J. Dilulio, Governing Prisons: A Comparative Study of Correctional Management, N. York: Free Press, 1990, σσ. 15-16.

[3] G.M. Sykes, The Society of Captives: A Study of a Maximum Security Prison,Princeton: Princeton University Press, 1958, σελ. xii.

[4] E. Goffman, Asylums Essays on the Social Situation of Mental Patients and other Inmates, N. York: Anchor, 1961, σελ. 6.

[5] Ό.π., σσ. 6-7.

[6] Φ. Τσαλίκογλου, Μυθολογίες Βίας και Καταστολής, Αθήνα: Παπαζήσης, 1989, σελ. 180.

[7] Ε. Λαμπροπούλου, «Το Σύστημα των Κρατουμένων από την Εποχή του Big House μέχρι τη Σύγχρονη Φυλακή» στο Σύγχρονα Θέματα, 41-42, Ιούνιος 1990, σσ. 30 και 37.

[8] E. Goffman, ό.π., σσ. 61-64.

[9] Ν. Κουράκης, Εγκληματολογικοί Ορίζοντες: Θεωρία και Πρακτική της Ποινικής Καταστολής, Αθήνα-Κομοτηνή: Α.Ν. Σάκκουλας, 1991, σσ. 17-18.

[10] J. Dilulio, Governing Prisons: A Comparative Study of Correctional Management, N. York: Free Press, 1990, σελ. 16.

[11] Ε. Λαμπροπούλου, Κοινωνικός Έλεγχος του Εγκλήματος,  Αθήνα: Παπαζήσης, 1994,  σσ. 244-245 και 246.

[12] M.D. McShane, F.P. Williams III, επιμ, Encyclopedia of American Prisons, N. York and London: Garland Publishing, 1996, σελ. 357.

[13] D. Corley, «Prison Friendships» στο  D. Sabbo, T.A. Kupers, W. London  (επιμ), Prison Masculinities, Philadelphia: Temple University Press, 2001, σελ. 106.

[14] E. Goffman, ό.π., σελ. 56.

[15] Ε. Λαμπροπούλου, «Το Σύστημα των Κρατουμένων από την Εποχή του Big House μέχρι τη Σύγχρονη Φυλακή», ό.π., σελ. 35.

[16] Βλ. L. Carroll, Hacks, Blacks, and Cons: Race Relations in a Maximum Security Prison, Lexington, Mass: Lexington Books, 1974.

[17] Βλ. J.B. Jacobs, Statevile: The Penitentiary in Mass Society, ό.π. Ολόκληρο το βιβλίο αποτελεί, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, μία έρευνα και ανάλυση (case study and institutional analysis) του τρόπου λειτουργίας της υψίστης ασφαλείας φυλακής Statevile Penitentiary.

[18] Ό.π., σελ. 69.

[19] Μ. Μαυρής, Ρατσιστικές Αντιλήψεις και Ποινικές Διαδικασίες Κοινωνικού Αποκλεισμού: Έρευνα σε Αφρικανούς Κρατούμενους στη Φυλακή του Αγίου Στεφάνου Πατρών, Αθήνα: Α.Ν. Σάκκουλας, 2005. σελ. 20.

Διαβάστε ακόμα:

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts