Βιασμός: Μία νομική, εγκληματολογική και κοινωνική προσέγγιση

της Αγγελικής Καρδαρά.

Στο πλαίσιο της επιστημονικής μας συνεργασίας με τον Ομ. Καθηγητή Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Αντώνη Μαγγανά, παρουσιάζουμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο για τον βιασμό -τη νομική και εγκληματολογική αλλά και κοινωνική του προσέγγιση- το οποίο δημοσιεύθηκε στην «Αστυνομική Επιθεώρηση» το έτος 2007, όταν ο Καθηγητής δίδασκε στη Σχολή Αξιωματικών. Ακολούθως παρατίθενται τα κύρια σημεία του άρθρου και θα ολοκληρώσω με έναν σύντομο σχολιασμό.

Βιασμός: Νομική και Εγκληματολογική Προσέγγιση

Ο βιασμός αποτελεί ένα πραγματικό ναρκοπέδιο στο πεδίο της αντιπαράθεσης άνδρα και γυναίκας, εφ’ όσον η μεγάλη πλειοψηφία των βιασμών τελούνται από άνδρες σε γυναίκες χωρίς, βέβαια, να αποκλείεται και η ύπαρξη βιασμών μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Οι νάρκες είναι τα διάφορα στερεότυπα, κλισέ που καλλιεργεί η από αιώνες άσκηση της φαλλοκρατικής εξουσίας και νοοτροπίας.

Ο άνδρας ισχυρίζεται:

-Με προκάλεσες με το ντύσιμο και τη συμπεριφορά σου.
-Τι δουλειά είχες να περιφέρεσαι τέτοια ώρα σ ’αυτό το μέρος;
-Νόμιζα άτι το ήθελες και προσποιήσουν το αντίθετο.
-Εσύ είχες δεσμούς με τόσους άνδρες.
-Είχα πιει και δεν ήξερα τι έκανα.

Και η γυναίκα απαντά:

-Τέλειωσαν τα χρόνια της επιβολής του άνδρα πάνω στη γυναίκα.
-Έχω κάθε δικαίωμα να συμπεριφέρομαι και να πηγαίνω όπου και όποτε θέλω.
-Το σώμα μου ανήκει μόνο σε μένα και θα το κάνω ότι μου αρέσει.
-Όταν δεν λέω «όχι», δεν σημαίνει ότι συμφωνώ.

Την άγονη αυτή αντιπαράθεση που οφείλεται συχνά σε παρερμηνείες και παρεξηγήσεις παρακολουθούν, αμήχανοι αλλά και επιτείνοντάς την πολλές φορές, δικαστές, δικηγόροι, αστυνομικοί, συγγενείς και φίλοι. Τελευταία μάλιστα, προστέθηκαν και οι διάφοροι ειδικοί των Κέντρων Υποδοχής Θυμάτων Βιασμού που υποδαυλίζουν συχνά τη συνέχιση της αντιπαράθεσης.

Με τον τρόπο αυτό η γυναίκα-θύμα βιασμού βρίσκει μία εντελώς αδικαιολόγητη και άστοχη αντιμετώπιση από τους (άνδρες) αστυνομικούς και υφίσταται μία δεύτερη θυματοποίηση στο δικαστήριο, όταν θα πρέπει να απαντήσει στις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, που της ζητά να ξεδιπλώσει δημόσια λεπτομέρειες της προσωπικής της ζωής και υφίσταται μια τρίτη θυματοποίηση από τα μέσα ενημέρωσης, που δεν έχουν καταφέρει ακόμη να αποδεχτούν έναν κώδικα αυτοσυγκράτησης στον χειρισμό τέτοιων υποθέσεων.

Ο βιασμός ως ποινικό αδίκημα

Ο Έλληνας νομοθέτης αποφάσισε το 1983 να ευθυγραμμισθεί με τις νομοθεσίες τω ν προηγμένων χωρών επιφέροντας τις ακόλουθες αλλαγές στο αδίκημα του βιασμού.

α) Ο βιασμός θεωρήθηκε ως προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας. Ο νομοθέτης δεν έφθασε, πάντως, στο ότι δεν απαιτείται έγκληση από την πλευρά του θύματος ή αυτών που έχουν την επιμέλειά του. Στο σημείο αυτό υπήρξαν βουλευτές και μάλιστα γυναίκες που διαφώνησαν όταν συζητήθηκε το Σχέδιο Νόμου με το επιχείρημα, ότι δεν μπορεί να υποχρεωθεί μία γυναίκα, αν δεν το επιθυμεί, να υποστεί τον εξευτελισμό της διαδικασίας για τον βιασμό. Για το λόγο αυτό προστέθηκε μία παράγραφος στο άρθρο 344 Ποιν. Κωδ., που αφορά την έγκληση, η οποία αναφέρει ότι το θύμα μπορεί να ζητήσει να παύσει η (αυτεπάγγελτη) ποινική δίωξη, αν κρίνει, ότι θα υποστεί σοβαρό ψυχικό τραυματισμό από τη δημοσιότητα της διαδικασίας.

β) Θύμα του βιασμού μπορεί να είναι οποιοσδήποτε και όχι μόνο γυναίκα. Το ίδιο ισχύει και για τον δράστη. Με τον τρόπο αυτό, θεωρητικά τουλάχιστον, μπορούν να προστατευθούν και άνδρες θύματα βιασμού, όπως στην περίπτωση των κρατουμένων.

γ) Το αδίκημα διευρύνθηκε. Δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην εξώγαμη συνουσία αλλά περιλαμβάνει και τις ασελγείς πράξεις Βέβαια, ιδιαίτερα η αστυνομία που δέχεται τις καταγγελίες αλλά και λιγότερο οι δικαστές απαιτούν την ύπαρξη έντονης βίας για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του βιασμού στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συνουσία.

δ) Το αδίκημα διώκεται πλέον αυτεπάγγελτα και συνέπεια απειλών από μέρους του δράστη πρέπει να τονισθεί ότι το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να δεχτεί τη δήλωση του θύματος

Έτσι διαμορφώθηκε το άρθρο 336 του Ελλ. Ποιν.Κώδικα ως ακολούθως:

“Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη”.

Πάντως, η ελληνική νομοθεσία δεν προβλέπει τίποτε για τη δυνατότητα της γυναίκας-θύματος να καταθέσει πίσω από προστατευτικά παραβάν, ώστε να αισθάνεται λιγότερο άμεσα το φόβο, που της προκαλεί ο δράστης όταν την βλέπει κατά πρόσωπο, ούτε για την πλαισίωση και προετοιμασία του θύματος από ειδικούς ώστε να προετοιμασθεί κατάλληλα για τη δοκιμασία της δίκης αλλά και να προστατευθεί αποτελεσματικά από τις απειλές που εκτοξεύουν εναντίον της οι συγγενείς του δράστη.

Τα προβλήματα που δημιουργεί το άρθ. 336 είναι πολλά:

α) Δυσκολία απόδειξης του βιασμού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τις περισσότερες φορές ο βιασμός γίνεται σε χώρους όπου δεν υπάρχουν μάρτυρες για να καταθέσουν και δεδομένου ότι στο ποινικό δίκαιο επικρατεί η αρχή ότι σε περίπτωση αμφιβολιών για την ενοχή του κατηγορουμένου αυτός θα αθωωθεί, είναι εξαιρετικά δύσκολο για την κατηγορούσα αρχή να συλλέξει τα στοιχεία για την απόδειξη του βιασμού ή της απόπειρας. Για τον λόγο αυτό, σε πολλές χώρες παραδίδεται στις γυναίκες από τα νοσοκομεία ή τα κέντρα κοινωνικών υπηρεσιών ένα βαλιτσάκι με οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει η γυναίκα σε περίπτωση βιασμού, καθώς και αντικείμενα που θα την βοηθήσουν στη συγκέντρωση στοιχείων ν ή στη λήψη σωματικών δειγμάτων.

β) Η δεύτερη μεγάλη δυσκολία προέρχεται από το γεγονός ότι πρέπει να αποδειχθεί ότι δεν υπήρξε συναίνεση από την πλευρά του θύματος. Συχνά ο δράστης ισχυρίζεται ότι το θύμα συναινούσε ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν αντιστάθηκε. Πώς θα αποτιμήσουμε, όμως αυτή την “πλάνη” του κατηγορουμένου; Στηριζόμενοι στην αυθόρμητη πεποίθησή του ή απαιτώντας η πεποίθηση αυτή να στηρίζεται στη λογική του μέσου ανθρώπου; (αντικειμενικό κριτήριο). Πολλές δικαστικές αποφάσεις αναφέρονται στη δυσκολία απόδειξης της μη ύπαρξης συναίνεσης. Στον Καναδά μάλιστα, υπό την επίδραση τω ν γυναικών δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου, αποφασίσθηκε ότι δεν είναι αρκετό η γυναίκα να μη λέει όχι αλλά ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να βεβαιωθεί ότι λέει ναι, πράγμα που οδήγησε φίλο μου νευρολόγο να μου θέσει το ερώτημα «Πώς συμβιβάζονται το μυστήριο του σεξ με την υπογραφή δήλωσης του Νόμου 105 ότι η κοπέλα επιθυμεί τη συνεύρεση;».

γ) Οι ερωτήσεις που τίθενται, κυρίως ς από τον συνήγορο υπεράσπισης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο και αφορούν είτε την παρελθούσα συμπεριφορά της γυναίκας (για παράδειγμα το Γερμανικό Ακυρωτικό έκρινε ότι δεν μπορεί να είναι ίδια η ποινή στην περίπτωση του δράστη που βίασε μία άγνωστή του κοπέλα σε σχέση με εκείνον όπου βίασε μία εκδιδόμενη γιατί δεν τα «βρήκαν» στη χρηματική συμφωνία που είχαν κάνει), είτε τη συμπεριφορά κατά τη στιγμή επέλευσης του βιασμού. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει και ο Έλληνας νομοθέτης να περιορίσει τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να θέτει ερωτήσεις που δεν σχετίζονται άμεσα με την υπόθεση. Όσον αφορά την ποινή που προβλέπεται από το νόμο είναι η κάθειρξη ήτοι ο εγκλεισμός από 5 έως 20 χρόνια, πράγμα που εφαρμόζουν, γενικά, τα δικαστήρια. Βέβαια στο σημείο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο καταδικασθείς μπορεί να απολυθεί με όρους μετά την έκτιση τω ν 3/5 τη ς ποινής σύμφωνα με το άρθρο 105 Ποιν. Κώδ.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι, εάν αποτελεί η αυστηρότερη ποινική μεταχείριση του δράστη τη λύση για την αντιμετώπιση του βιασμού. Η Αμερικανίδα φεμινίστρια L. Snider τονίζει σχετικά, ότι μπροστά στην έκταση του φαινομένου της θυματοποίησης των γυναικών, καταφύγαμε στον ποινικό μηχανισμό για ν’ απαλλάξουμε τις γυναίκες από τους καταπιεστές τους. Η θεώρηση αυτή ενίσχυσε την ποινική απάντηση και είναι γνωστό, ότι μία τυφλή επέκταση του ελέγχου δεν οδήγησε μέχρι σήμερα την κοινωνία στο να γίνει πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη και ασφαλή. Μία τέτοια στρατηγική είναι κακή στην πράξη, στη θεωρία και από ηθική άποψη. Το να υποχρεώσεις τις γυναίκες να εξαρτώνται από την αστυνομία, τους δικηγόρους και τα δικαστήρια δεν οδηγεί παρά στην αποδυνάμωση και την απογοήτευση τους. Ο ποινικός έλεγχος δεν αποτελεί λύση για τις γυναίκες. Το ενδιαφέρον της αστυνομίας και της δικαιοσύνης είναι εξαρχής ελάχιστο και διαλύεται από τη στιγμή που θα ληφθεί η κατάθεση του θύματος.

Ο βιασμός ως έγκλημα

Οι επίσημες στατιστικές του Υπ. Δημ. Τάξης δείχνουν ότι ο αριθμός των βιασμών κυμαίνεται γύρω στους 300-400 το χρόνο. Αυτά, βέβαια, τα στοιχεία δεν αντιπροσωπεύουν σε καμία περίπτωση την πραγματικότητα, δεδομένου ότι ο σκοτεινός αριθμός αυτού του εγκλήματος είναι πολύ μεγάλος, πράγμα που οφείλεται, κυρίως, στην απροθυμία της γυναίκας-θύματος να τον καταγγείλει, λόγω του φόβου του στιγματισμού και της νέας θυματοποίησης κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.

Πάντως, στην έρευνα που είχε διεξάγει σε φοιτήτριες του Παντείου Πανεπιστημίου στο πλαίσιο του διδακτορικού του ο Αγγ. Τσιγκρής το ποσοστό των γυναικών που απάντησαν ότι υπήρξαν θύματα βιασμού ή απόπειρας κυμαίνονταν γύρω στη 1 στις 10. Σε άλλες χώρες, όπως οι Η .Π Α και ο Καναδάς το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο. Όσον αφορά το προφίλ του βιαστή διάφορες έρευνες έχουν καταδείξει, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα απομόνωσης ενός και μοναδικού μοντέλου. Υπάρχουν διάφοροι τύποι βιαστών. Ορισμένες μελέτες κατέδειξαν ότι ένα ποσοστό 90% των σεξουαλικών εγκληματιών να βρίσκονται αρκετά ψηλά σε μία από τις κλίμακες των διαταραχών της προσωπικότητας. Το είδος της διαταραχής προσδιορίζει και το βαθμό φυσικής βίας, που θα χρησιμοποιήσει ο βιαστής. Στόχος του δράστη είναι να δείξει την περιφρόνησή του προς την αυτονομία και την αξιοπρέπεια του θύματος.

‘Όσον αφορά τα θύματα βιασμού, η Καθηγήτρια του Παν/μίου Harvard Judith Herman, αναφέρει ότι οι μελέτες παρακολούθησης δείχνουν ότι οι επιζώσες από βιασμό έχουν περισσότερο επίμονες διαταραχές μετατραυματικού στρες σε σύγκριση με τα θύματα άλλων σεξουαλικών επιθέσεων. Η ιδιάζουσα μορφή του βιασμού έγκειται στο ότι κύριο στοιχείο του είναι η σωματική, ψυχολογική και ηθική παραβίαση του ατόμου. Το σημείο αυτό αποτελεί και τον κύριο λόγο της αυστηρότερης μεταχείρισης του αδικήματος.

Παρατηρήσεις

Κατά την άποψή μου και δεδομένου ότι όσο κι αν θεωρούμε τον βιασμό πρωτίστως ως έγκλημα βίας, δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη σεξουαλική του απόχρωση. Επομένως, για μένα μία σημαντική αιτία της έλλειψης συνεννόησης ανάμεσα στα δύο φύλα έγκειται στο ότι εκλαμβάνουν διαφορετικά τη σεξουαλικότητα. Τα νέα αγόρια μαθαίνουν το σεξ της εκτόνωσης τόσο από τον πατέρα όσο και από τα περιοδικά, τα video, τις ταινίες αλλά και από τις εκδιδόμενες, οι οποίες περνούν το μήνυμα του σεξ των 3 λεπτών. Αυτήν τη λανθασμένη σεξουαλικότητα μεταδίδουν τα αγόρια στις συντρόφους τους, οι οποίες καταλήγουν να μετρούν την ικανότητα του άνδρα από το μέγεθος και τη διάρκεια. Σε μία εποχή, όπου πολλοί αρχίζουν να μιλούν ανοιχτά για τη σεξουαλικότητα της απόλαυσης, πρέπει να γίνει κατανοητό από τα νέα παιδιά ότι η σεξουαλική πράξη δεν είναι πράξη αντιπαλότητας, ανταγωνισμού ή εγωιστικής επίδειξης ατομικών ικανοτήτων, αλλά μία πράξη αγάπης και στοργής, όπου η προσωπική ικανοποίηση περνά μέσα από την ευχαρίστηση της/του συντρόφου.

Σε Κολλέγια των ΗΠΑ, όταν ρωτήθηκαν οι φοιτητές αν θα βίαζαν μία κοπέλα αν υπήρχε πιθανότητα να διαφύγουν, ένα 30-60% απάντησαν θετικά.

Οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τον ρόλο του άνδρα και της γυναίκας έχουν βαθιές ρίζες. Όμως, το κάθε φύλο έχει ανάγκη το άλλο και για να  επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων, πρέπει ν’ αντικατασταθούν από τον  σεβασμό, την κατανόηση και τη στοργή προς την/το σύντροφο.

Βιβλιογραφία

Herman J., Η βία, Αθήνα, Θεμέλη, 1998
Κακκαλής Π., Κουράκης Ν., Μαγγανάς Α , Φαροεδάκης 1., Ποινικός Κώδικας.
Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη 2000.
Κουράκης Ν., Εκθεση για την τίβλιίη της εγκληματικότητας στην Ελλάδα”, (1998) 3 Ποινική Δικαιοσύνη, 239.
Μαγγανάς Α Θέματα εγκληματαλσγικά και ποινικού δικαίου, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 1999.
Μαγγανάς Α Το εγκληματικό φαινόμενο στην πράξη, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2004.
Revue Criminologie, Les femmes et le controle penal, (1992) Vol25
Revue Criminologie, Sexe et criminalite, (1994) PUM, Canada.
Στατιστικές Υπ.Δημ Τάξης.
Τσιγκρής Α Βιασμός. Το αθέατο έγκλημα, Αθήνα, Σάκκουλας, 1998
Marangopoulos Α, Farsedakis J., “Pornography.  ..” In Women rights Human rights, __ »

Θα ολοκληρώσω με έναν σύντομο σχολιασμό, αφού παραθέσω το άρθρο 336 για το έγκλημα του βιασμού, βάσει του Νέου Ποινικού Κώδικα.

Άρθρο 336 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Βιασμός[1]

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΙΣΧΥΟΣ:

01/07/2019

1. Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη.

2. Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις.

3. Αν η γενετήσια πράξη έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

4. Αν κάποια από τις πράξεις των προηγουμένων παραγράφων είχε ως συνέπεια τον θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών.

5. Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1, επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.

Σημειώσεις επί του νόμου

Ο νέος Ποινικός Κώδικας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον Ν. 4619/2019, με ημερομηνία ισχύος την 1η Ιουλίου 2019

Βασιζόμενη στο άρθρο του Καθηγητή, θα δώσω έμφαση στις πολυσύνθετες διαστάσεις και προεκτάσεις που λαμβάνει το έγκλημα του βιασμού και οι οποίες σχετίζονται τόσο με ζητήματα ειδικού ενδιαφέροντος -νομικής προσέγγισης- όσο και με ζητήματα εγκληματολογικού, κοινωνικού αλλά και μιντιακού ενδιαφέροντος. Θα τόνιζα ότι το έγκλημα του βιασμού είναι το κατεξοχήν έγκλημα, όπου το θύμα θυματοποιείται πολλές φορές και μάλιστα και σε «θεσμικό πλαίσιο», καθώς καλείται σε μία δικαστική αίθουσα να αναβιώσει τις πιο τραυματικές στιγμές και να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα ακόμα και στα πιο εξευτελιστικά και υποτιμητικά για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο, καλείται να αντιμετωπίσει τον στιγματισμό που απορρέει κυρίως από το στερεότυπο ότι «το θύμα προκάλεσε τον δράστη». Ακριβώς, επειδή έχουμε να κάνουμε με ένα έγκλημα που αφορά ένα πολύ ευαίσθητο θέμα και μέσω της ποινικής του προσέγγισης η έμφαση δίνεται σε πολύ ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, θα έπρεπε να αναδείξουμε τη σπουδαιότητα της κοινωνικής ευαισθησίας στην προσέγγισή του, σε όλα τα επίπεδα. Να προστατεύονται ακόμα περισσότερα τα δικαιώματα του ατόμου, κυρίως στη διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και η πρόταση του Καθηγητή για το παραβάν με βρίσκει απολύτως σύμφωνη καθώς μία ανάλογη πρακτική θα δώσει την πολύτιμη δυνατότητα σε πολλά ακόμα άτομα που έχουν επιβιώσει της εγκληματικής πράξης να προβούν σε καταγγελία του βιασμού. Εξίσου ορισμένες ερωτήσεις που θίγουν βάναυσα την αξιοπρέπεια του θύματος και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση (όπως πρότερες σχέσεις, «προκλητικά» ρούχα, «προκλητικός» τρόπος ζωής) είναι αναγκαίο να αποφεύγονται, όχι ασφαλώς στο πλαίσιο λογοκρισίας αλλά λόγω του ότι έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι δεν υφίσταται καμία σχέση των παραπάνω με το έγκλημα του βιασμού και ότι απλώς αναπαράγονται κοινωνικά στερεότυπα, τα οποία μάλιστα «νομιμοποιούνται» τρόπον τινά όταν τίθενται  σε μία δικαστική αίθουσα.

Θα εστιάσω επίσης στην πολύ σημαντική πτυχή του θέματος που αναδεικνύεται από το άρθρο του Καθηγητή και η οποία αφορά την πολύ σοβαρή «κοινωνική ευθύνη» μας, ως προς τον τρόπο με τον οποίο ως γονείς, ως εκπαιδευτικοί, ως ΜΜΕ, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, «μαθαίνουμε» στα παιδιά, ανάλογα με το φύλο τους, να αποτιμούν το σεξ και να προσεγγίζουν την ερωτική πράξη, αναπαράγοντας -άθελα ή και ηθελημένα- επικίνδυνα κοινωνικά στερεότυπα, τα οποία όμως δύναται να καθορίσουν τις σχέσεις των φύλων. Συνεπώς, είναι ευθύνη όλων μας να διδάξουμε στις νέες γενιές υψηλές αξίες και ιδανικά, κυρίως την έννοια του «σεβασμού», στην οποία έχω δώσει πολύ μεγάλη έμφαση στο πλαίσιο της αρθρογραφίας μου.

Τέλος, θα αναφερθώ σε μία ακόμα πολύ σοβαρή διάσταση του θέματος, όπως αναδεικνύεται από το άρθρο του Καθηγητή, η οποία αφορά το επιχείρημα του δράστη «Νόμιζα άτι το ήθελες και προσποιήσουν το αντίθετο» ή «δεν μου είπες ξεκάθαρα όχι». Εδώ εντοπίζεται πάλι η έλλειψη ενσυναίσθησης και σεβασμού και έρχεται στο φως η απάθεια στα συναισθήματα του άλλου, καθώς και η προσπάθεια επιβολής εξουσίας του δράστη στο θύμα. Το να μην πει «ξεκάθαρα» το θύμα «όχι» δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το έγκλημα του βιασμού δεν τελέστηκε, δεδομένου ότι μπορεί αυτή η στάση του θύματος να είναι αποτέλεσμα φόβου αλλά και της αναγκαστικής αποδοχής εξουσίας του δράστη πάνω του, καθώς το θύμα μπορεί να έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο συναισθηματικής και ψυχολογικής εξάρτησης, ώστε να μην μπορεί να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο βίας, εάν δεν λάβει την απαιτούμενη στήριξη και καθοδήγηση.

Ασφαλώς, θα δώσω έμφαση και στο ότι η «θυματοποίηση δεν έχει φύλο», όπως άλλωστε προκύπτει από το άρθρο του Καθηγητή, καθώς θύματα μπορεί να είναι άντρες, παιδιά, ηλικιωμένες γυναίκες. Ας μην ξεχνάμε τους βιασμούς που διαπράττονται σε ιδρυματικά περιβάλλοντα και εδώ θα ήθελα να εκφράσω τον προβληματισμό μου εάν έχει δοθεί, τελικά, και από την επιστημονική κοινότητα η δέουσα προσοχή, ώστε να προστατευθούν τα δικαιώματα του έγκλειστου πληθυσμού στη γενετήσια ελευθερία.

Θα ολοκληρώσω με ορισμένα σημαντικά στοιχεία, τα οποία παρουσιάζονται αναλυτικά στο βιβλίο μου υπό τον τίτλο ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΡΟΦΙΛ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ ΠΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΑΝ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΜΕ (1993-2018), εκδόσεις Παπαζήση, από όπου μπορείτε να αντλήσετε περισσότερες πληροφορίες και να ανατρέξετε στις επιστημονικές πηγές.

H τυπολογία του βιασμού/rapist typology χωρίζεται σε τέσσερεις μεγάλες κατηγορίες, οι οποίες συνοψίζονται στις εξής:

  • Ο βιαστής που προσπαθεί να διασφαλίσει την ισχύ του/Power Reassurance (81%): Πρόκειται για τον λιγότερο βίαιο τύπο βιαστή. Θα επιδιώξει να βγει ραντεβού με το θύμα του, ακόμα και να τον κάνει να τον ερωτευτεί προσωρινά. Δυσκολεύεται πολύ να συνάψει διαπροσωπικές σχέσεις και υποφέρει από χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το ψυχο-κοινωνικό του υπόβαθρο περιλαμβάνει, κατά κύριο λόγο, μονογονεϊκή οικογένεια, βασική εκπαίδευση και χειρωνακτική εργασία. Είναι ήρεμος, παθητικός, συνήθως ζει με μια επιθετική και χειριστική μητέρα ή μόνος. Δεν έχει φίλους ούτε σχέση. Είναι μοναχικός και θεωρεί τον εαυτό του αποτυχημένο. Το πρώτο του έγκλημα κατά κανόνα διαπράττεται σε κοντινή απόσταση από το σπίτι ή τη δουλειά του. Παρακολουθεί στενά τα θύματά του και συνήθως επιτίθεται στο σπίτι του θύματος, όταν αυτό είναι μόνο του ή με κάποιο μικρό παιδί, ώστε να φοβηθεί για τη ζωή του παιδιού και να μην προβάλει αντίσταση. Επίσης, όσο παράξενο κι αν φαίνεται, οι βιαστές δύναται να χωριστούν σε δύο υποκατηγορίες: τους «εγωιστές» και τους «μη εγωιστές». Η δεύτερη κατηγορία, στην οποία εντάσσεται ο πρώτος τύπος, περιλαμβάνει τα άτομα που δεν επιδιώκουν να τραυματίσουν το θύμα τους. Φαντασιώνονται ότι το θύμα τους, το οποίο συνήθως επιλέγουν από τη δική τους ηλικιακή ομάδα, είναι η ερωμένη τους και ότι έχουν βγει ραντεβού. Συνήθως οι επιθέσεις γίνονται μετά από 7 ως 15 μέρες διακοπής και οι πιο συχνές ώρες επιθέσεων είναι από τα μεσάνυχτα ως τις 5 τα ξημερώματα. Ο δράστης μπορεί να έχει όπλο μαζί του, το οποίο δεν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για να τραυματίσει το θύμα, μόνο για να το αναγκάσει να «συνεργαστεί». Συνήθως δεν είναι βίαιος, αλλά δεν αποκλείονται και τα βίαια ξεσπάσματα. Είναι ο μοναδικός τύπος που μπορεί να επιτεθεί εκ νέου στο θύμα, ακόμα και να του πει «θα σου τηλεφωνήσω», μετά τον βιασμό. Επίσης, αν και κατά κανόνα δεν χρησιμοποιεί λεκτική βία, μπορεί να ζητήσει από το θύμα του να του μιλήσει «βρόμικα», ενώ δύναται να του ζητήσει να αφαιρέσει από μόνο του τα ρούχα του ή να του βγάλει μόνο εκείνα τα ρούχα που είναι αναγκαίο για να διαπράξει τον βιασμό. Κατά κύριο λόγο όμως είναι ευγενικός με το θύμα, γιατί με τη δική του στρεβλή λογική θεωρεί ότι το θύμα «απολαμβάνει» το βιασμό και μπορεί να φτάσει στο σημείο να τηλεφωνήσει στο θύμα για να δει τι κάνει λίγες μέρες μετά το βιασμό. Του αρέσει επίσης να συλλέγει «ενθύμια» της πράξης του και κάποιες φορές μπορεί να κρατάει ακόμα και ημερολόγιο. Αυτός ο τύπος βιαστή είναι ο πιο εύκολος  να αντιμετωπιστεί. Το κίνητρο δράσης του είναι σεξουαλικό, μολονότι πρέπει να τονίσουμε και να γίνει κατανοητό ότι το έγκλημα του βιασμού δεν σχετίζεται για τον δράστη μόνο με το  σεξ, αλλά πρωτίστως με την επιβολή εξουσίας. Αυτό που προσπαθεί να επιτύχει ο συγκεκριμένος τύπος είναι να ενισχύσει την αυτοπεποίθησή του μέσω του ελέγχου που ασκεί σε ένα άλλο πρόσωπο. 
  • Ο εξουσιαστικός/Power Assertive (12%): Ο συγκεκριμένος τύπος έχει μια ακραία αίσθηση ανωτερότητας και σιγουριάς για τον εαυτό του. Για αυτόν, ο βιασμός είναι μέσο για να αποδείξει την ανδρική του υπεροχή. «Αυτό κάνουν οι άντρες», κατά τη δική του κοσμοθεωρία. Είναι συνήθως αθλητικός τύπος, του αρέσει η άσκηση και επιλέγει έναν καλό τρόπο ζωής, πολύ επιδεικτικό ταυτόχρονα. Το ψυχο-κοινωνικό του υπόβαθρο συνήθως περιλαμβάνει ενδοοικογενειακά προβλήματα και πολλά διαζύγια. Μπορεί να επιλέξει τα μπαρ, όπου συχνάζουν εργένηδες, ώστε να έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει πολλές  γυναίκες. Επομένως, μπορεί να προσφερθεί να τις συνοδέψει σπίτι ή μέχρι το αυτοκίνητό τους. Συνήθως δρα μακριά από το σπίτι ή τον χώρο εργασίας του. Οι γροθιές του είναι η δύναμή του. Εάν το θύμα αντισταθεί, θα χρησιμοποιήσει μέτριας κλίμακας δύναμη και επαναλαμβανόμενα θα επιτεθεί στο θύμα του. Αν και δεν έχει σκοπό να σκοτώσει, θα χρησιμοποιήσει εκτεταμένη βία, πολλά χτυπήματα, υβριστικό λεξιλόγιο και σκίσιμο των ρούχων. Συνήθως επιτίθεται από τις 7 το απόγευμα ως τη 1 το πρωί, επιλέγοντας γυναίκες από το ίδιο ηλικιακό γκρουπ. 20-25 μέρες θεωρείται ότι είναι το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη επίθεσή του. Το κίνητρό του είναι η επιβολή εξουσίας. Είναι υπερόπτης, δεν κρύβει την ταυτότητά του. Δεν θα ζητήσει συγγνώμη μετά, ούτε θα επιδιώξει να έχει κάποια επαφή με το θύμα, μετά την πράξη του. Δεν κρατά ενθύμια, ούτε ημερολόγιο. Βάσει της διεθνούς έρευνας, οι βασικοί στόχοι του είναι φοιτήτριες που μένουν μόνες τους.
  • Ο θυμωμένος και εκδικητικός/AngerRetaliatory(5%): Ο συγκεκριμένος τύπος επιδιώκει να πληγώσει τις γυναίκες, τις οποίες θεωρεί υπεύθυνες για όλες τις αδικίες και γενικότερα ό,τι κακό βιώνει στη ζωή του. Το μίσος και ο θυμός του είναι εκτός ελέγχου. Θέλει να τιμωρήσει, να πληγώσει, να εξευτελίσει τις γυναίκες. Το ψυχοκοινωνικό του προφίλ περιλαμβάνει φυσική και συναισθηματική βία (πάνω από 50%) από τον έναν ή και τους δύο γονείς του, με συνέπεια να αναπτύσσει μεγαλώνοντας εχθρικά συναισθήματα προς τις γυναίκες. Θεωρεί τον εαυτό του «αρσενικό», είναι συνήθως αθλητικός τύπος, παντρεμένος και συχνά διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις. Είναι ευέξαπτος και οι βιασμοί που διαπράττει είναι συνήθως απόρροια ενός αρνητικού γεγονότος στη ζωή του, το οποίο περιλαμβάνει κάποια γυναίκα. Η οργή του είναι εκρηκτική, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί εκτεταμένη λεκτική και σωματική βία, ακόμα και να οδηγηθεί στον φόνο. Τα χτυπήματά του είναι βίαια και ξαφνικά. Επιλέγει γυναίκες της ίδιας ηλικιακής και φυλετικής ομάδας ή λίγο μεγαλύτερες και συνήθως τις παρακολουθεί μέχρι να φτάσουν κοντά στο σπίτι τους. Οι επιθέσεις του λαμβάνουν χώρα σε διάστημα 6 μηνών. Πρόκειται για έναν πολύ επικίνδυνο εγκληματικό τύπο.
  • Ο σαδιστής/Anger Excitation (Sadistic) Rapist: Αυτός ο εγκληματικός τύπος θέλει να βασανίσει, να εξευτελίσει και τελικά να σκοτώσει τα θύματά του. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αντλήσει σεξουαλική ικανοποίηση. Σύμφωνα με το ψυχο-κοινωνικό του προφίλ, έχει μεγαλώσει σε μονογονεϊκή οικογένεια, από την οποία έχει υποστεί σωματική κακοποίηση ή υπήρξε και θύμα σεξουαλικών διαστροφών. Από παιδική κιόλας ηλικία εμφανίζει επιθετικές συμπεριφορές. Είναι μεταξύ 30 με 39 ετών, παντρεμένος με παιδιά, μεσοαστικής τάξης. Είναι έξυπνος, μορφωμένος και δεν έχει συλληφθεί για κάποιο αδίκημα. Είναι πολύ καλός στο να ξεγελάει τις αρχές, διαφεύγοντας τη σύλληψη. Σχεδιάζει πολύ προσεκτικά τη δράση του και οργανώνει τα βήματά του πολύ καλά. Παρακολουθεί τα θύματά του, ενώ συνήθως οδηγεί τα θύματά του σε απομονωμένες περιοχές ή σε μέρη ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο. Μπορεί ακόμα και να τα κρατήσει αιχμάλωτα για μέρες ή εβδομάδες, βασανίζοντας και βιάζοντάς τα. Αποκαλύπτει στα θύματά του τι πρόκειται να τους κάνει, ώστε να τα φοβίσει ακόμα περισσότερο. Δεν είναι ο πόνος που προκαλεί πόνο στο θύμα αυτό που τον εξιτάρει, αλλά ο φόβος που νιώθει το θύμα για όσα πρόκειται να του συμβούν. Ο συγκεκριμένος -εξαιρετικά επικίνδυνος τύπος- λειτουργεί ιεροτελεστικά, σχεδιάζοντας την κάθε λεπτομέρεια της απαγωγής, του βασανισμού, του φόνου, ακόμα και το πώς θα ξεφορτωθεί το άψυχο σώμα σε περίπτωση που φτάσει στο έγκλημα. Συνήθως έχει μαζί του όλα όσα χρειάζεται για να βασανίσει το θύμα του (μαχαίρια, ψαλίδια, μονωτική ταινία κλπ.), μεριμνώντας ώστε όλα να πάνε σύμφωνα με το σχέδιο του. Μπορεί ακόμα να το εξαναγκάσει ακόμα και να του πει συγκεκριμένες φράσεις, για να αντλήσει ο ίδιος σεξουαλική ικανοποίηση. Το θύμα θα είναι τυχερό αν καταφέρει να σωθεί. 

Συνοπτικά, «σπάμε» τον φόβο της σιωπής, καταπολεμάμε τον κοινωνικό στιγματισμό και τη δευτερογενή αλλά και τριτογενή θυματοποίηση των ατόμων που επέζησαν του εγκλήματος του βιασμού!

Φωτογραφία ανάρτησης: «Βιασμός και δολοφονία» του Francisco Goya.  


[1] Βλ.σχετικά https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/n-4619-2019/arthro-336-poinikos-kodikas-nomos-4619-2019-viasmos

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts