Υπόθεση ανθρωποκτονίας της νεαρής φοιτήτριας στη Ρόδο

της Αγγελικής Καρδαρά.

Από τους τελευταίους μήνες του 2018 μία πολύ σοβαρή υπόθεση υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, με θύμα νεαρή φοιτήτρια και κατηγορούμενους δύο πολύ νεαρούς σε ηλικία άντρες, απασχολεί και προβληματίζει εντόνως την επιστημονική κοινότητα αλλά και ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Η υπόθεση ανθρωποκτονίας της φοιτήτριας στο νησί της Ρόδου αποτελεί εδώ και μήνες το αντικείμενο συστηματικής εξέτασης και διερεύνησής μας και γεννά πολλά ερωτήματα. Είναι σαφές ότι η χρήση εκτεταμένης βίας, η σκληρότητα με την οποία διαπράχθηκε το έγκλημα, η πλήρης απαξίωση της ανθρώπινης ζωής που καταγράφονται σε αυτή την υπόθεση, καταδεικνύουν τη σοβαρότητα και πολυπλοκότητα του φαινομένου της νεανικής παραβατικότητας. Επίσης, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου καθιστώντας εμφανές ότι πρέπει να εμβαθύνουμε στο φαινόμενο και να παρέμβουμε με τρόπο πιο ουσιαστικό και αποτελεσματικό, ιδίως όταν καταλήγουμε στη θλιβερή διαπίστωση ότι νέοι άνθρωποι, που υπό κανονικές συνθήκες έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους να ονειρευτούν και να σχεδιάσουν το μέλλον με τα πιο φωτεινά χρώματα, επιλέγουν σκοτεινά μονοπάτια και φτάνουν σε ακραία και οριακά σημεία.

Το χρονικό της υπόθεσης:

Στις 28 Νοεμβρίου του 2018 και ώρα 7.30 π.μ. εντοπίζεται στη θάλασσα το άψυχο σώμα της νεαρής φοιτήτριας. Η αναγνώριση  της 21χρονης έγινε από το τατουάζ που έφερε στο πόδι, ενώ συγγενείς της επιβεβαίωσαν την ταυτότητά της και επίσημα λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 1η Δεκεμβρίου του 2018. Οι αρχές έκαναν αμέσως λόγο για εγκληματική ενέργεια, καθώς δεν υπήρχαν οι οποιεσδήποτε ενδείξεις για ατύχημα ή αυτοχειρία. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώθηκε από την ιατροδικαστική εξέταση, το πόρισμα της οποίας παραδόθηκε στις διωκτικές αρχές.

Σύμφωνα με το αστυνομικό ρεπορτάζ, στις 3 Δεκεμβρίου του 2018 οι αρχές προσήγαγαν τρία άτομα, τα οποία εκτιμούσαν πως γνώριζαν τη φοιτήτρια και επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς μαζί της το τελευταίο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια οι έρευνες εστιάστηκαν σε δύο από τα τρία άτομα, για τα οποία υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις ότι εμπλέκονταν στην ανθρωποκτονία της φοιτήτριας. Οι δύο νεαροί, 21 και 19 ετών, κατά την ανάκρισή τους έπεσαν σε αντιφάσεις και εν συνεχεία ομολόγησαν ενώπιον των ανακριτών του Λιμενικού Σώματος και κλιμακίου από την Αθήνα επιρρίπτοντας μάλιστα ο ένας τις κατηγορίες στον άλλο. Η άρνηση της 21χρονη φοιτήτριας να ενδώσει στις ερωτικές επιθυμίες δύο ανδρών, φαίνεται σύμφωνα με την αστυνομία να είναι η επικρατέστερη αιτία για την ανθρωποκτονία της. Σημαντικό ρόλο στη διαλεύκανση της υπόθεσης έπαιξαν οι εικόνες από κάμερες ασφαλείας που βρίσκονται κοντά στο σπίτι της φοιτήτριας από τις οποίες προέκυψε η εμπλοκή των δύο αντρών. Από το υλικό των καμερών φαίνεται πως η 21χρονη επιβιβάστηκε σε λευκό βανάκι ιδιοκτησίας του ενός. Από τότε δεν είχε δώσει ίχνη ζωής. Να σημειωθεί ότι DNA της εντοπίστηκε τόσο στο αυτοκίνητο όσο και στο σπίτι του ενός εκ των υπόπτων[1]

Στις 17-4-2019 διαβάζουμε σε δημοσίευμα του Τύπου σχετικά με τις σοβαρές εξελίξεις της υπόθεσης: «Προς περαίωση οδεύει η ογκώδης δικογραφία που έχει σχηματιστεί εις βάρος του 21χρονου […] και του 19χρονου [..], που κατηγορούνται για τα εγκλήματα της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά συναυτουργία καθώς και του βιασμού από δύο δράστες από κοινού, της 21χρονης φοιτήτριας, τον περασμένο Νοέμβριο στη Ρόδο.

Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η τοπική εφημερίδα της Ρόδου «Δημοκρατική», έχουν ολοκληρωθεί οι εργαστηριακές εξετάσεις στο σύνολο των πειστηρίων ενώ αναμένονται απαντήσεις από το facebook για συνομιλίες και επαφές που είχε το θύμα με τρίτους μέσω της σελίδας της, οι ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες που έχουν παραγγελθεί στους δράστες και η αντιπαραβολή των στοιχείων που προέκυψαν από τις άρσεις του απορρήτου των τηλεφωνικών τους συνδιαλέξεων καθώς και στοιχεία από την χρήση εφαρμογών (…) σε συσκευές που κατασχέθηκαν, με τελευταία ένα tablet του [..] κατηγορούμενου. Οι δύο κατηγορούμενοι κρατούνται προσωρινά, από την 7η Δεκεμβρίου 2018 στο κατάστημα κράτησης [..]»[2].

Με τη συμβολή των δύο δικαστικών ψυχολόγων, της κυρίας Ιωαννίδου και της κυρίας Καλούτσου, επιχειρούμε να αναλύσουμε καίριες πτυχές της πολύκροτης υπόθεσης, εμβαθύνοντας στο φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας. 

Ιωαννίδου.

 

Η κ. Ερατώ-Μαρία Ιωαννίδου είναι ∆ικαστική Ψυχολόγος, MSc και Personal Coach. Διατηρεί γραφείο, διδάσκει στο Hellenic American College, είναι επιστημονική συνεργάτης του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.) και έχει εργαστεί μεταξύ άλλων στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.
Link: https://www.facebook.com/eriioannidouFP/

 

Η κ. Εύη Καλούτσου, ΜSc in Forensic Psychology, Δικαστική Ψυχολόγος στο CSIi, ιδιωτική άσκηση του επαγγέλματος. Μεταξύ άλλων έχει εργαστεί ως σύμβουλος θυμάτων κακοποίησης και σύμβουλος αυτοπτών μαρτύρων στο Ηνωμένο Βασίλειο.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Καλούτσου και κυρία Ιωαννίδου, με την πολύτιμη επιστημονική συμβολή σας, θα επιχειρήσουμε μέσω της ανάλυσης της υπόθεσης ανθρωποκτονίας της νεαρής φοιτήτριας στη Ρόδο, να εμβαθύνουμε στο πολύ σοβαρό φαινόμενο της νεανικής παραβατικότητας. Να ξεκινήσουμε με τον τρόπο εγκληματικής δράσης. Ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να διαπράχθηκε το συγκεκριμένο έγκλημα, δηλαδή ο άγριος ξυλοδαρμός που αρχικά υπέστη το θύμα, το χτύπημα με ηλεκτρικό σίδερο και το γεγονός ότι, παρά τις ικεσίες της κοπέλας να την μεταφέρουν στο νοσοκομείο, οι κατηγορούμενοι φέρεται να την έριξαν στη θάλασσα, δείχνει μεγάλη σκληρότητα, αναλγησία και απάθεια στον πόνο του άλλου, εάν ασφαλώς αποδειχθεί ότι τα πράγματα έγιναν έτσι, καθώς σεβόμαστε το τεκμήριο της αθωότητας των κατηγορουμένων και αναμένουμε τις δικαστικές εξελίξεις. Σε αντίστοιχες υποθέσεις, ο συγκεκριμένος εγκληματικός τρόπος πράξης μπορεί να μας οδηγήσει σε ορισμένα συμπεράσματα για την ψυχοσύνθεση και εν γένει προσωπικότητα ενός δράστη, νεαρού μάλιστα σε ηλικία;

Κ. Ιωαννίδου: Πρέπει να τονίσουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά στο πώς δρα κανείς εν ηρεμία και πώς σε πανικό. Εάν μιλούσαμε για τέτοιες πράξεις ενώ οι δράστες ήταν σε ηρεμία, η απουσία ενσυναίσθησης θα ήταν ο πιο εμφανής παράγοντας μαζί με την πλήρη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή. Όμως μιλάμε για δράστες σε πανικό. Άπαξ και έχει ήδη διαπραχθεί ένα έγκλημα για το οποίο δεν μπορείς πλέον να κάνεις κάτι και η πιθανότητα καταδίκης σου είναι μεγάλη, θα βρεθείς σε πανικό. Και πολλές φορές, οι πράξεις που κάνουν οι δράστες πάνω στον πανικό τους για να καλύψουν τα ίχνη τους μπορεί να είναι ακόμα πιο αποτρόπαιες. Είναι όμως αποτέλεσμα των γεγονότων που προηγήθηκαν και των συνθηκών της στιγμής. Φυσικά και δράστης από δράστη διαφέρει και ανάλογα με το ποιος είναι ο καθένας θα δράσει διαφορετικά. Πάντως θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι ακόμα κι αν ένας δράστης προέβη σε πράξεις που δεν κατανοούμε, που δεν μπορούμε να διανοηθούμε, δεν σημαίνει απαραιτήτως πως αντλούσε ευχαρίστηση από αυτές, δεν είναι δηλαδή δεδομένο ότι υπήρχε ένα σαδιστικό στοιχείο.

Κ. Καλούτσου:  Σε αντίστοιχες υποθέσεις ο συγκεκριμένος τρόπος εγκληματικής δράσης δείχνει ότι ο δράστης μπορεί να έχει μια κοινωνιοπάθεια αλλά όχι με την έννοια της αντικοινωνικής διαταραχής προσωπικότητας. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο απαιτείται η ψυχολογική αξιολόγηση. Να σημειωθεί εδώ ότι με τον όρο κοινωνιοπαθείς εννοούμε ανθρώπους που είναι συνήθως λιγότερο συναισθηματικά σταθεροί και η κοινωνική τους συμπεριφορά τείνει να είναι πιο ασταθής από τους ψυχοπαθείς. Όταν διαπράττουν εγκλήματα, είτε αυτά είναι βίαια είτε όχι, θα ενεργήσουν περισσότερο καταναγκαστικά και «εν βρασμώ». Εν βρασμώ με την έννοια ότι η υπομονή λείπει, διακατέχονται από παρορμητικότητα και δεν υπάρχει οργάνωση ενός λεπτομερούς σχεδίου. Ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να έδρασαν οι κατηγορούμενοι στη συγκεκριμένη υπόθεση και η ψυχρότητα που έδειξαν (έλλειψη ενσυναίσθησης) παρουσιάζει και κάποια ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά, ωστόσο δεν είμαστε σε θέση να τα αξιολογήσουμε περαιτέρω χωρίς έναν ψυχολογικό έλεγχο. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο μετά από τέτοιου είδους εγκλήματα να γίνεται μια ψυχολογική αξιολόγηση, ώστε να δίνεται μια πιο σαφής εικόνα για το ποιος είναι ο δράστης,  καθώς αυτό απαντά σε πολλά ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο και τα αίτια ίσως του εγκλήματος. Προφανώς και δεν δικαιολογούμε σε καμιά περίπτωση τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε βάρος της φοιτήτριας, αλλά η εκλογίκευση (κατανόηση) μιας πράξης (το πώς και κυρίως το γιατί συνέβη ό,τι συνέβη)  αποτελεί μέρος τους επαγγέλματός μας όσο κι αν αυτό πολλές φορές έρχεται αντίθετο με την ηθική μας και τις αξίες μας.

  • Στηριζόμενες στην εμπειρία σας πιστεύετε ότι το σχολείο και η τοπική κοινότητα μπορούν και με ποιους τρόπους να συμβάλλουν στην πρόληψη της νεανικής παραβατικότητας;

Κ. Ιωαννίδου: Η νεανική παραβατικοτήτα είναι μια ευρεία έννοια που περιλαμβάνει πάρα πολλών ειδών εγκλήματα, από τη χρήση και διακίνηση ναρκωτικών ή τις μικροκλοπές μέχρι τον βιασμό και την ανθρωποκτονία. Τα πρώτα ανήκουν σε κατηγορίες όπου πράγματι το σχολείο και η τοπική κοινωνία μπορούν να επιδράσουν στη μείωσή τους, καθώς είναι κατά βάση περισσότερο κοινωνικά φαινόμενα. Τα δεύτερα είναι μεμονωμένες πράξεις, δεν γίνονται μαζικά και άρα δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος πρόληψής τους πέρα από κάποιες γενικές κατευθυντήριες όπως το να δίνεται προσοχή στη συμπεριφορά των παιδιών, να είναι οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί γνώστες των σημείων που θα πρέπει να τους ανησυχήσουν (κακοποίηση ζώων, εμπρησμός, συμμετοχή σε συμμορίες, χρήση ουσιών κ.λπ.), να συζητούν πολύ με τα παιδιά για το τι νιώθουν και τι τα απασχολεί και να μη φοβούνται να ζητήσουν τη βοήθεια των ειδικών έστω και αν έχουν ισχνές υποψίες πως κάτι δεν πάει καλά.

Κ. Καλούτσου: Επιπλέον θεωρώ ότι είναι καιρός να τοποθετηθούν μόνιμα σε όλα τα σχολεία ψυχολόγοι, ώστε να μπορεί το κάθε παιδί και ο κάθε γονιός να απευθύνονται για θέματα τα οποία τους απασχολούν. Πέραν αυτού, ο ειδικός σε κάθε σχολείο θα μπορούσε να έχει δύο ώρες το μήνα με κάθε τμήμα ξεχωριστά προκειμένου να ευαισθητοποιεί τα παιδιά για θέματα όπως οι εξαρτήσεις, η βία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το bullying, η κακοποίηση κ.λπ. καθώς αυτό θα συμβάλλει στην ενσυναίσθηση των παιδιών αλλά και στην κατανόησης της βαρύτητας που έχει μια πράξη βίας. Επιπλέον όταν μιλάμε για παραβατικότητα σε παιδιά και έφηβους, πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι είναι δυνατόν ο δράστης λόγω της ηλικίας του να μην μπορεί να κατανοήσει πλήρως τη βαρύτητα των πράξεων του όχι μόνο προς εαυτόν αλλά και προς το θύμα. Συνεπώς η συνεχής ενημέρωση και εκπαίδευση σε τέτοια θέματα από νεαρές ηλικίες είναι απαραίτητα στοιχεία για τη σταδιακή μείωση τέτοιων φαινομένων.

  • Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναδείξουμε μία ακόμα πτυχή του θέματος που δυστυχώς έλαβε μεγάλες διαστάσεις και προεκτάσεις στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως και σε πολλές υποθέσεις υψηλού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος που απασχολούν εκτενώς τα ΜΜΕ: η επίρριψη ευθυνών στο ίδιο το θύμα, τόσο κατά τη μιντιακή κάλυψη της υπόθεσης, όσο και από χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το δικό μου ερώτημα, συνεπώς, είναι: τι λάθος κάνουμε ή τι δεν κάνουμε ως κοινωνία (ως γονείς, ως εκπαιδευτικοί, ως ασχολούμενοι με τα ΜΜΕ αλλά και ως επιστημονική κοινότητα), ώστε να αποφευχθεί ο στιγματισμός και η δευτερογενής θυματοποίηση και ταυτόχρονα να καταπολεμηθούν επικίνδυνα κοινωνικά στερεότυπα;

Κ. Ιωαννίδου: Το λάθος που κάνουμε προέρχεται από το ότι θέλουμε τα πράγματα σε κατηγορίες για να τα καταλαβαίνουμε ευκολότερα. Και πολλές φορές δεν αφήνουμε καθόλου χώρο για όσα βρίσκονται στο ενδιάμεσο, που είναι και τα περισσότερα σε αυτήν τη ζωή. Έχουμε ένα σχήμα για το τι είναι θύμα και δεν θέλουμε να το αλλάξουμε ούτε λίγο. Νομίζουμε πως θύμα σεξουαλικής επίθεσης είναι μια γυναίκα που δεν έχει καμία σεξουαλική δραστηριότητα. Για να είναι δηλαδή θύμα, για να είναι αθώα θα πρέπει λίγο ως πολύ να είναι και παρθένα. Οτιδήποτε την απομακρύνει από αυτό, ταυτόχρονα την απομακρύνει στη συνείδηση των ανθρώπων και από την έννοια του θύματος. Όμως η πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Ό,τι κι αν φορέσει μια γυναίκα, όπου κι αν περπατήσει, όπως κι αν βαφτεί, όσο ελκυστική κι αν είναι με την εμφάνιση ή με τη συμπεριφορά της, διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά της στην αυτοδιάθεση. Πλέον έχουν δημιουργηθεί πολλές καμπάνιες που δίνουν έμφαση σε αυτό και έχει αρχίσει να γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό στον κόσμο. Αυτό είναι το ένα επίπεδο. Υπάρχει όμως ένα δεύτερο επίπεδο στο οποίο δεν έχει δοθεί έμφαση. Μια γυναίκα μπορεί, αν θέλει, να έχει σεξουαλικές επαφές με διαφορετικό παρτενέρ κάθε μέρα, να έχει με δέκα παρτενέρ ταυτόχρονα, να συμμετέχει σε ό,τι είδους σεξουαλικά παιχνίδια επιθυμεί, αλλά τη στιγμή που θα πει «όχι» θα είναι «όχι». Το εάν η κοινωνία ή ο δράστης την θεωρεί ανήθικη λόγω της σεξουαλικής της ζωής, αυτό δεν τους δίνει το δικαίωμα να την βιάζουν. Και σκοπίμως χρησιμοποιώ το τρίτο πληθυντικό. Όταν ένας πολίτης λέει «ε καλά… με τόσους είχε πάει.. αυτός την πείραξε;» γίνεται κι αυτός συμμέτοχος στο βιασμό. Συμμετέχει στη διαιώνιση μιας λανθασμένης αντίληψης για τη θέση και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση μιας γυναίκας. Και ενός άντρα βέβαια, ας μην ξεχνάμε πως υπάρχουν και άντρες θύματα βιασμού και δεν εννοώ μόνο ως ανήλικα θύματα, αλλά αυτό πάντα ως εκ θαύματος το ξεχνάμε. 

Κ. Καλούτσου: Συμφωνώ απολύτως με την κ. Ιωαννίδου και μπορώ να το συνοψίσω λέγοντας πως το λάθος που κάνουμε είναι ότι κρίνουμε τη ζωή του άλλου μέσα από την προσωπική αντίληψη που έχουμε για το τί είναι ηθική. Κάπου εκεί ξεχνάμε να είμαστε άνθρωποι και γινόμαστε ανθρωποφάγοι. Μπορώ να αντιληφθώ ότι πολλές φορές η κοινωνία επιρρίπτει ευθύνες στο θύμα για λόγους «ομοιόστασης», επειδή της είναι δύσκολο να χωνέψει τόσο ειδεχθείς και ψυχρές συμπεριφορές λόγω φόβου. Ωστόσο αυτή η συμπεριφορά δυστυχώς δεν προστατεύει κανέναν, αντιθέτως μας κάνει ακόμη πιο ευάλωτους λόγω των μύθων που δημιουργεί γύρω από το τί είναι θύμα. Εν δυνάμει θύμα είμαι εγώ, εσύ, ο γιός σου, η φίλη σου. Μέχρι να γίνει αυτό απολύτως αντιληπτό, η ανθρωποφαγία θα συνεχίζεται.

  • Στην υπόθεση που εξετάζουμε διαπιστώνουμε ότι μία νεαρή γυναίκα που κάνει τα πρώτα της βήματα στην ενήλικη ζωή, πολύ μακριά από τον τόπο καταγωγής της και από τη θαλπωρή της οικογένειας, μπορεί να παγιδευτεί από επιτήδειους. Επομένως, θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια πρέπει να είναι η προσέγγιση των οικογενειών των οποίων τα παιδιά ξεκινούν τις σπουδές τους και κάνουν τα πρώτα βήματα στην ενήλικη ζωή τους μακριά από τον τόπο τους, ώστε χωρίς υπερβολές που θα έχουν το αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα και με σεβασμό στην προσωπικότητα και την ελευθερία που κάθε νέος άνθρωπος επιθυμεί να έχει,  να προστατεύσουν ουσιαστικά και έγκαιρα τα παιδιά τους από κακόβουλες πράξεις ακόμα και από εγκληματικές ενέργειες;

Κ. Ιωαννίδου: Η εμπιστοσύνη είναι πάντα ένας καλός σύμβουλός και μια καλή αρχή. Εάν οι γονείς εμπιστεύονται το παιδί τους, είναι πιο πιθανό να μην το καταπιέσουν αλλά να το αφήσουν ελεύθερο να ανοίξει τα φτερά του με τα σωστά και τα λάθη του. Κι εάν το παιδί εμπιστεύεται τους γονείς του, είναι πιο πιθανό να τους ανοιχτεί και να τους μιλήσει για θέματα που το απασχολούν. Ας παρατηρήσουμε πως ενώ εδώ αναφερόμαστε σε νεαρούς ενήλικες, τους λέμε «παιδιά», χαρακτηριστικό της ελληνικής οικογένειας όπου κανείς παραμένει πάντα παιδί με τις θετικές και τις αρνητικές συνέπειες αυτού. Το δίκτυο των φίλων είναι επίσης σημαντικό στη ζωή όλων, ειδικά στα πρώτα χρόνια ενηλικίωσης. Είναι εκείνοι στους οποίους θα ανοιχτεί κάποιος ευκολότερα και θα ακούσει τις συμβουλές τους. 

Οι γονείς είναι καλό να έχουν δώσει στο παιδί τους τις πληροφορίες και τα παραδείγματα που θα το βοηθήσουν να είναι ανοιχτό στο να εμπιστευτεί χωρίς να είναι αφελές. Δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε κλειστούς, τρομαγμένους ανθρώπους που ναι μεν θα είναι ασφαλείς, αλλά δεν θα είναι ελεύθεροι να απολαύσουν τη ζωή τους. Η σοβαρότητα τέτοιων περιστατικών και η μεγέθυνση που κάνουν τα media κρατώντας τέτοια θέματα στην επικαιρότητα για πολύ καιρό, δίνουν μια λανθασμένη εικόνα ότι τέτοια περιστατικά είναι καθημερινά ενώ δεν είναι.

Κ. Καλούτσου: Ασφαλής με τη στενή έννοια της λέξης, δηλαδή ότι ποτέ τίποτα δε θα συμβεί σε εκείνον, δεν είναι κανείς. Είμαστε όλοι εν δυνάμει θύματα και γι’ αυτή την τυχόν θυματοποίηση δεν φταίμε εμείς αλλά ο δράστης. Από εκεί και πέρα είναι αυτονόητο ότι, όσο πιο καλοδουλεμένη είναι η σχέση γονιού-παιδιού από τις πρώτες κιόλας ηλικίες του παιδιού, τόσο πιο θωρακισμένο είναι το παιδί ψυχολογικά. Ωστόσο δεν θα ήθελα να «διδάξω» κανέναν για το πώς θα είναι «καλός και σωστός γονιός». Κι επειδή η ερώτηση αναφέρεται σε ενήλικες (18+) και όχι σε παιδιά εγώ θα δώσω κάποιες γενικές συμβουλές που ίσως φανούν χρήσιμες σε αυτούς τους νεαρούς ενήλικες που τώρα ξεκινούν τα πρώτα τους βήματα και θεωρούν (καλώς λόγω της ηλικίας τους) ότι είναι παντοδύναμοι. Ο κάθε ένας από αυτούς τους ανθρώπους καλό είναι να έχει έναν συγγενή/φίλο/γείτονα εμπιστοσύνης που θα μπορεί να εκφραστεί χωρίς λογοκρισία. Επίσης, στο ξεκίνημα μιας νέας σχέσης ή γνωριμίας (φιλικής, ερωτικής κ.λπ.) να ενημερώνει αυτό το έμπιστο άτομο για το πού και πότε θα βρεθεί με εκείνο το νέο φίλο. Αυτό για μένα είναι το σημαντικότερο, αφού είναι κάτι που προσωπικά εφαρμόζω στη ζωή μου ακόμα κι όταν έχω ραντεβού για δουλειά με έναν άνθρωπο για 1η φορά. Επιπλέον θα πρότεινα για αρχή να είναι επιφυλακτικοί με όλα, καθώς πάντα στην αρχή μιας νέας γνωριμίας όλοι προσπαθούμε να δείξουμε τις καλές μας πτυχές και να έχουν εμπιστοσύνη στο ένστικτό τους, γιατί είναι συνήθως αλάνθαστο.

  • Οι οικογένειες νεαρών θυμάτων που έχουν χάσει τη ζωή τους με αυτό τον ειδεχθή τρόπο, τι βιώνουν σε ψυχολογικό και συναισθηματικό επίπεδο και πώς μπορούν να βοηθηθούν από την ευρύτερη κοινωνία, ώστε να συνεχίσουν τη ζωή τους, δεδομένου ότι πέρα από την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου καλούνται να αντιμετωπίσουν μία πολύ σκληρή πραγματικότητα που αφορά τα κακόβουλα σχόλια σε βάρος του θύματος αλλά και την έντονη συναισθηματική φόρτιση μέχρι να αποφανθεί η δικαιοσύνη για την υπόθεση; 

Κ. Καλούτσου: Οι οικογένειες αυτές έρχονται αντιμέτωπες με μια απώλεια ενός αγαπημένου σημαντικού προσώπου. Μία απώλεια συνοδεύεται από δύσκολα και αρνητικά συναισθήματα όπως ενοχή, θυμό και θλίψη. Αρχικά είναι σημαντικό να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα αυτά ώστε να μπορέσουν να τα κατανοήσουν και εν τέλει να τα αποδεχτούν. Το πένθος συνήθως χωρίζεται σε 5 στάδια: Άρνηση, Θυμός, Διαπραγμάτευση, Κατάθλιψη, Αποδοχή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ούτε ότι τα στάδια είναι τόσο ευδιάκριτα μεταξύ τους, ούτε ότι κάποιος χρειάζεται να περάσει απ’ όλα. Είναι σύνηθες το φαινόμενο ρολερ-κόστερ μεταξύ αυτών των σταδίων, καθώς το άτομο όντας έντονα συναισθηματικά φορτισμένο μπορεί να αλλάζει συνεχώς στάδια πηγαίνοντας μπρος πίσω. Η παρέμβαση σε μια κατάσταση πένθους είναι ορισμένες φορές απαραίτητη, προκειμένου το άτομο να καταφέρει να φτάσει ομαλά στο στάδιο της αποδοχής χωρίς να προσκολληθεί σε κάποιο από τα προηγούμενα στάδια. Από εκεί και πέρα όσον αφορά την ανθρωποφαγία σε βάρος του θύματος, η συμβουλή μου είναι ότι η οικογένεια δεν χρειάζεται να αναλώνεται σε αυτά τα κακεντρεχή σχόλια. Έχει έναν μεγαλύτερο Γολγοθά να αντιμετωπίσει από την άποψη του κάθε τυχαίου που θα πει μια γνώμη. Κατανοώ το θυμό τους και την αγανάκτησή του,  αλλά αφενός δεν ζητήθηκε η γνώμη κανενός αφετέρου ό,τι και να ισχύει ή να μην ισχύει το αποτέλεσμα δεν είναι λάθος μιας «κακής, ανήθικης, κοινωνικής συμπεριφοράς» του θύματος αλλά ενός διεστραμμένου μυαλού που δεν σέβεται την ελευθερία και την αυτοδιάθεση των συνανθρώπων του.

Κ. Ιωαννίδου: Θα συμπληρώσω μόνο πως οι οικογένειες καλό θα ήταν να αποφεύγουν την προβολή τους στα ΜΜΕ, καθώς αυτό δεν βοηθά την ψυχολογική τους κατάσταση αλλά και τα ΜΜΕ θα ήταν καλό να σέβονται περισσότερο την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι οικογένειες στο πώς χειρίζονται το θέμα και πώς τις προσεγγίζουν.

  • Πέρα από την οικογένεια, οι φίλοι, οι συμφοιτητές, ακόμα και οι Καθηγητές που έχουν την ευαισθησία, πώς μπορούν να βοηθήσουν ένα νεαρό άτομο, για το οποίο έχουν βάσιμες υποψίες ότι αντιμετωπίζει ένα σοβαρό πρόβλημα ή/και βρίσκεται σε κίνδυνο;

Κ. Καλούτσου: Το εάν κάποιος θέλει να μιλήσει και να μοιραστεί τις σκέψεις του ή όχι είναι αποκλειστικά δικό του θέμα. Δεν μπορούμε να υποχρεώσουμε κανέναν να το κάνει. Ωστόσο η δημιουργία μιας σχέσης εμπιστοσύνης με τον μαθητή, τον συμφοιτητή, τον γείτονα κ.λπ. που βασίζεται στον αλληλοσεβασμό χωρίς λογοκρισία και την αμοιβαία κατανόηση σίγουρα βοηθάει προκειμένου ένας άνθρωπος να νιώσει ασφάλεια και να «ξεκλειδώσει». Από εκεί και πέρα με καθαρή σκέψη και ανάλογα το πρόβλημα και τον κίνδυνο οφείλουμε να αξιολογήσουμε όλες τις νόμιμες οδούς αντιμετώπισης, αλλά παράλληλα να βρούμε και άμεσες και πρακτικές λύσεις μέχρι την τελική επίλυση. Καθώς όμως κατάσταση με κατάσταση διαφέρει κατά πολύ όχι μόνο ως περιεχόμενο αλλά και ως προσωπικότητες, δεν υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο που θα μπορούσαμε να δώσουμε. Σεβασμός, διακριτικότητα και προσαρμοστικότητα είναι οι λέξεις κλειδιά.

Κ. Ιωαννίδου: Στις τρεις λέξεις θα πρόσθετα μόνο ενδιαφέρον και ενσυναίσθηση.

  • Ολοκληρώνοντας την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξή μας, ποιες είναι οι τελικές σας διαπιστώσεις για τη συγκεκριμένη υπόθεση και το μήνυμα που θέλετε να περάσετε στο ευρύ κοινό;

Κ. Καλούτσου: Αρχικά κάθε ΑΝΘΡΩΠΟΣ έχει δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και το «ΟΧΙ» είναι μια ολοκληρωμένη απάντηση. Δε θέλει εξήγηση, είναι απλώς «όχι». Σε δεύτερη φάση αλλά εξίσου σημαντικό είναι όπως ανέφερα και νωρίτερα η ανάπτυξη της ενσυναίσθησης από νεαρή κιόλας ηλικία, καθώς μέσα από τέτοιες υποθέσεις βλέπουμε πόσο λίγο λογαριάζει κανείς την ανθρώπινη ζωή για λίγες στιγμές ευχαρίστησης. Όχι, η ζωή της/του και η ελευθερία σου αξίζουν πολύ περισσότερο από λίγα λεπτά καλού σεξ. Τέλος, λυπάμαι που το λέω, αλλά θεωρώ ότι και η αστυνομία οφείλει να εκπαιδευτεί ώστε να αντιδρά ορθά σε τέτοιες υποθέσεις και όχι στερεοτυπικά.

Κ. Ιωαννίδου: Πέραν των όσων αναφέρει η κ. Καλούτσου, θα ήθελα να επισημάνω πως δεν βοηθά να κάνουμε τους ντεντέκτιβ ή τους δικαστές, τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι υπόλοιποι πολίτες, γι’ αυτό συνιστώ υπομονή και φειδώ μέχρι να έρθουν στο φως όλα τα στοιχεία με βεβαιότητα. Τότε ίσως μπορέσουμε να πούμε περισσότερα, πιο συγκεκριμένα και πιο ενδιαφέροντα.

  • Κυρία Καλούτσου και κυρία Ιωαννίδου, σας ευχαριστώ θερμά.

Κι εμείς σας ευχαριστούμε.

Συνοψίζοντας, θα ήθελα να σταθώ στα κύρια σημεία που αναδεικνύονται από τη συνέντευξη και εντοπίζονται στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του κάθε ανθρώπου που είναι αναφαίρετο, στον καθοριστικό ρόλο της πρόληψης και στην ιδιαίτερη προσοχή που πρέπει να δώσουν οι νέοι άνθρωποι στα καινούργια ξεκινήματα της ζωής τους.  Σε προσωπικό επίπεδο, αδυνατώ να κρύψω τη βαθύτατη θλίψη μου για τον τόσο βίαιο χαμό μίας νεαρής γυναίκας και εύχομαι όλοι οι νέοι άνθρωποι που ξεκινούν με όνειρα την ενήλικη ζωή τους να έχουν την αναγκαία στήριξη και καθοδήγηση, όταν και όποτε την χρειαστούν…


[1] Τα στοιχεία αντλούνται από: https://www.news247.gr/koinonia/dolofonia-foititrias-sti-rodo-to-chroniko-toy-egklimatos.6672668.html

[2] Τα στοιχεία αντλούνται από: https://www.protothema.gr/greece/article/882967/dolofonia-topaloudi-ti-edeixan-gia-ton-roditi-to-kinito-kai-ta-email-tou/

 

The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts