«Ζωή σαν παραμύθι» – Συνέντευξη με την Αφηγήτρια / Ψυχοπαιδαγωγό Σάσα Βούλγαρη

της Αγγελικής Καρδαρά.

Η ζωή μας αναμφίβολα έχει τα χαρακτηριστικά παραμυθιού, με πολύ δύσκολες ακόμα και σκληρές στιγμές στην πορεία να μας «ταλανίζουν». Με εξελίξεις που δεν περιμένουμε, με απρόοπτα και ανατροπές οι οποίες μας οδηγούν σε νέα μονοπάτια ζωής και δράσης, «ανατροφοδοτώντας» μας διαρκώς με σκέψεις και δυνατά συναισθήματα. Και βέβαια με συνεχείς επιλογές, στις οποίες καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε.

Όπως στα παραμύθια επίσης, η ζωή έχει και τις πολύ όμορφες στιγμές και τις θετικές εξελίξεις που μας ανοίγουν το «παράθυρο» σε συναρπαστικά κεφάλαια που ανυπομονούμε να ζήσουμε!

«Το παραμύθι «διδάσκει» ήθος χωρίς διδακτισμό αφού πάντα επικρατεί και επιβραβεύεται η σωστή συμπεριφορά προς όφελος όχι μόνον του ήρωα αλλά και όλου του περίγυρού του», επισημαίνει μεταξύ άλλων η Σάσα Βούλγαρη, Αφηγήτρια – Ψυχοπαιδαγωγός, η οποία μου παραχώρησε για το pm μία εκτενέστατη συνέντευξη για την ιστορία της «προφορικής αφήγησης» (oral  storytelling) στη χώρα μας, για τις εφαρμογές της στη σύγχρονη εποχή, για τον ρόλο και τη σημασία της σε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα αλλά και τη δυνατότητα αξιοποίησής της για την πρόληψη αποκλινουσών συμπεριφορών μεταξύ εφήβων.

Ας «ταξιδέψουμε» στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών!

Σάσα Βούλγαρη, Σύντομο Βιογραφικό

Πρωτοπόρος της Τέχνης της Προφορικής Αφήγησης στην Ελλάδα από το 1993. Διδάσκει Τεχνική της Αφήγησης και Δημιουργική Γραφή με τη δική της Μέθοδο από το 1995. Γνωστοποίησε ευρέως την Προφορική Νεο-Αφήγηση στην Ελλάδα, με σταθερά προγράμματα σε Σχολεία, Μουσεία, Βιβλιοθήκες, σημαντικά Πολιτιστικά Ιδρύματα και την Ελλ. Τηλεόραση (ΕΤ1). Καθιέρωσε με σταθερά, πολυετή προγράμματα την προφορική αφήγηση σε μουσειακούς χώρους (Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Μουσείο Ισλαμικής τέχνης – Μπενάκη, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή – Γαία, και πολλά άλλα).

Είναι Ψυχοπαιδαγωγός – απόφοιτος του Πανεπιστημίου Αθηνών – με επιμόρφωση και εμπειρία σε εκπαιδευτικά προγράμματα και εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες και σημαντική εμπειρία στην Ειδική Αγωγή και άλλα ειδικά περιβάλλοντα. Παρακολούθησε πολυετή μαθήματα φωνητικής αγωγής και τραγουδιού με την αείμνηστη Μίρκα Γεμεντζάκη.

Είναι η πρώτη Ελληνίδα προφορική αφηγήτρια που προτάθηκε για το Διεθνές Βραβείο Astrid Lindgren Memorial Award (δύο φορές υποψήφια της SCBWI – Greece το 2014 και το 2015).

Από το 2013 συνεργάζεται με  το Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών Β. & Μ. Θεοχαράκη.

Από το 2010 συνεργάζεται σταθερά με το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

  • Κυρία Βούλγαρη, θα μας προσδιορίσετε την έννοια της «προφορικής αφήγησης» (oral  storytelling)  και τους τομείς στους οποίους μπορεί να πραγματοποιηθεί; 

Κατ’ αρχάς, μπορούμε να πούμε ότι μια ιστορία κρύβεται πίσω από κάθε έκφανση της ανθρώπινης δημιουργίας  και δραστηριότητας, όπως κι αν ονομάζεται αυτή, και είναι σημαντικό – υπό αυτή την έννοια – να συνειδητοποιεί κάποιος ποιο ακριβώς είναι, γίνεται ή μπορεί να γίνει αυτό το αφήγημα.

Με τον όρο προφορική αφήγηση (oral storytelling) αναφερόμαστε συνήθως στην παραδοσιακή μορφή αφήγησης όπου ο Ιστορητής – Παραμυθάς που κατά κανόνα είναι αγράμματος αφηγείται προφορικό υλικό (θρύλους, μύθους, παραμύθια κ.ά.) που παραδόθηκε, πάντα μέσω της προφορικής οδού, τόσο σε αυτόν όσο και στην κοινότητα στην οποία ζει. Ο Αφηγητής αυτός, ενδέχεται να είναι επαγγελματίας (στην Ελλάδα σπανιότερα) μάλιστα, σε διάφορα μέρη του πλανήτη υπάρχουν ακόμα και ειδικότεροι κώδικες, τρόποι και τελετουργίες αφήγησης ανάλογα με τις περιστάσεις και τον πολιτισμό.

Πρόκειται για Τέχνη αρχαιότατη από τις απαρχές της ανθρώπινης πορείας, με δυσκολότατες τεχνικές για όσους είναι ταλαντούχοι και συνειδητοί ως προς αυτήν. Υπάρχει, ακόμα, η μορφή του Αφηγητή – Μύστη – Θεραπευτή όπου η ιστόρηση γίνεται μέσο επούλωσης, ψυχικής ίασης, ή το πλαίσιο για μια θεραπευτική τελετουργία. Άλλωστε ο εμπνευσμένος Ιστορητής αξιοποιεί έστω και ενστικτωδώς την ενσυναίσθηση και την ενσυνειδητότητα κατά τη διάρκεια μιας αφήγησης. Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να αποστηθίζει τις ιστορίες αλλά να τις προσαρμόζει στην ψυχική και ενεργειακή κατάσταση του ακροατηρίου του. Η εμπνευσμένη αφήγηση στην τεχνική της είναι πρωτίστως διαχείριση της μουσικότητας της γλώσσας, όπου συνυπάρχουν αρμονικά ο Λόγος, το  Μέλος, η Συν-Κίνηση.

Παλαιότερα ήταν ο πλέον διαδομένος τρόπος ψυχαγωγίας, εκπαίδευσης, θρησκευτικής διδασκαλίας, αλλά και χειραγώγησης και επιβολής εξουσίας. Όλοι αναγνωρίζουμε ότι ο ηγέτης κάθε κατάστασης είναι συνήθως και πολύ καλός αφηγητής. Πολλά από αυτά ισχύουν και σήμερα, αλλά με τον όρο  «προφορική αφήγηση» αναφερόμαστε συχνότερα στην ψυχαγωγική, εκπαιδευτική και θεραπευτική της διάσταση. Έτσι, οι σύγχρονοι επαγγελματίες παραμυθάδες αφηγούνται σε θέατρα, σχολεία, μουσεία, βιβλιοθήκες, θεραπευτικά κέντρα, φυλακές νοσοκομεία, και πολλά ακόμα…

  • Πώς γεννήθηκε η αγάπη σας για την προφορική αφήγηση; 

Λέω χαριτολογώντας ότι «γεννήθηκα με την πετριά»! Είναι αλήθεια πως το καταφύγιο, ο φυσικός μου χώρος, το πεδίο δημιουργικότητάς μου ήταν οι κάθε είδους ιστορίες όπου και να τις έβρισκα: από τη  μητέρα μου, από παππούδες, γιαγιάδες, θείες, γείτονες… Μεγάλωσα στην Καρδίτσα, αλλά η ζεστή απεραντοσύνη του θεσσαλικού κάμπου, κάθε καλοκαίρι, στο χωριό της μάνας μου, τη Φίλια,  ήταν αυτή που άνοιξε το μυαλό και την καρδιά μου στη βαθιά δύναμη που κρύβει η προφορική ιστόρηση. 

Η δύναμη αυτή θεράπευε πρώτα απ’ όλα εμένα την ίδια, καθώς τα παιδικά μου χρόνια ήταν γεμάτα δυσκολίες και θλίψη. Ευτυχώς ήταν και ποτισμένα με αγάπη, με μαγεία  και με θαύματα, σαν αυτά που βλέπουν τα αθώα μάτια των παιδιών. Αυτά που υπάρχουν στο κουκούτσι – στην καρδιά των παλιών παραμυθιών τα οποία οδηγούν πάντα σε ανοιχτό δρόμο και στην αποκατάσταση της ισορροπίας.

Για να γίνει κάποιος εμπνευσμένος παραμυθάς χρειάζεται να αφουγκραστεί στην ησυχία της φύσης, να ονειρευτεί με τα μάτια ανοιχτά, να σκιαχτεί από τις σκιές που κάνουν τα κλαδιά των δέντρων στο παραθύρι φωτισμένα μόνο από το φεγγαρόφωτο, να νιώσει ως τα φυλλοκάρδια του τις μυρωδιές του σπιτικού ψωμιού, του μποστανιού, του ανοιχτού κάμπου – κάμπος σαν θάλασσα όπως λέω…

Να ακούσει βελάσματα, φλογέρες, κουδουνίσματα, μουγκανίσματα, το φουρφούρισμα των ορνίθων που κατιάζουν… Να ζήσει τη σιωπή την γεμάτη νόημα κι αγάπη λίγο πριν ξεκινήσει μια ιστορία. Είμαι ευλογημένη που τα έζησα αυτά: που με ξύπναγαν αχάραγα να πάω μαζί τους «στα μπαμπάκια», που με πήγαιναν να περπατήσω κάτω από τις παλιές βελανιδιές σε ένα πανάρχαιο ιερό που βρίσκεται στο χωριό κι έμαθα ενήλικη πια πως ήταν της Ιτωνίας Αθηνάς.* Και το ποτάμι, αρχαίο κι αυτό, στεφανωμένο με ιτιές και λυγαριές, παιχνίδι ατέλειωτο για μας τα παιδιά. Έζησα όλο το τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδας στην εκκλησιά του χωριού, το τελετουργικό του τριήμερου παραδοσιακού γάμου όπως το έκαναν παλιά, το μοιρολόι στις κηδείες… τη χαρά και τη λύπη που την μοιράζονταν όλη η κοινότητα. Εικόνες ανεξίτηλες στα παιδικά μου μάτια, είτε τις έζησα, είτε τις φαντάστηκα ακούγοντάς τες.

  • Είχατε κάποια πρότυπα που σας ενέπνευσαν και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το δικό σας έργο;

Την μάνα μου. Κλείνουν 11 χρόνια από τότε που δεν την έχω κοντά μου με φυσική παρουσία, αλλά στάλαξε μέσα μου αυτή τη δύναμη να λέω ιστορίες. Μαζί με την μπουκιά που μας τάιζε μας έλεγε και μια ιστορία από τα παιδικά της χρόνια. Για τον εμφύλιο που τον μετέφερε σαν μια παράλογη ιστορία φρίκης και πόνου, για θαύματα που τα διηγούνταν όπως τα έζησε κι ανακάτευε μαζί, σε ένα χορό, διάβες (έτσι λέμε τις νεράιδες στον τόπο μου), φίδια – τέρατα, κάστρα του ονείρου, στοιχειά, αγγέλους, την Παναγιά, αστείες περιπέτειες και κασκαρίκες καθημερινών ανθρώπων, παραμύθια, θρύλους και τραγούδια: τραγουδούσε σα νεράιδα κι ευτυχώς πήρα κάτι από τη φωνή της.

  • Πότε και πώς ξεκίνησε η επαγγελματική σας ενασχόληση με την προφορική αφήγηση; 

Τον πρώτο χρόνο των σπουδών μου έπεσε στα χέρια μου ένα κλασικό βιβλίο για τον συμβολισμό των παραμυθιών. * Δεν το ήξερα τότε, αλλά ο δρόμος σα να σφραγίστηκε… Έναν χρόνο αργότερα πρωτοείπα παραμύθια σαν «Κυρά των Παραμυθιών» σε ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα της Γ.Γ.Ν.Γ  – μια συνεργασία που συνεχίστηκε για άλλα δύο χρόνια σε προγράμματα για σχολεία στα οποία πήρα μέρος και στον σχεδιασμό και σε αυτά αξιοποιούσαμε την αφήγηση σε μεγάλο βαθμό. Το 1993 ξεκίνησα μια διδακτορική διατριβή που συνέδεε ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι με τις διαβατήριες τελετές ενηλικίωσης την οποία άφησα  – αφού ερεύνησα αρκετά το θέμα  – για να ακολουθήσω την καρδιά μου και να λέω παραμύθια: το 1996 ήδη άρχισα να γίνομαι γνωστή και να αφηγούμαι σε θεατρικές σκηνές και σχολεία. Η πυροδότηση έγινε από άτομα που με σύστηναν και με πρότειναν σαν «αυτή που λέει παραμύθια».

Χρωστώ το ξεκίνημά μου τόσο στον αείμνηστο Βασίλη Τσιμπίδη και στο «Μπαράκι» του, πρωτοποριακή μουσική σκηνή της εποχής, όσο και στο θέατρο Φούρνος (Ντοντό και Μάνθος Σαντοριναίος), που με ανέδειξαν στα πρώτα μου βήματα μέσα από ποικίλες δράσεις και προγράμματα. Το 1998 ο Μάνθος Σαντοριναίος  είχε την ιδέα και σκηνοθέτησε στην ΕΤ1 τη σειρά «Ψέμματα κι Αλήθεια έτσι λεν τα παραμύθια» όπου πρωταγωνιστώ και έχω την επιμέλεια των κειμένων των 13 ελληνικών παραμυθιών που αφηγούμαι. Όλα αυτά ήταν πρωτοποριακά για εκείνη την περίοδο και ήταν οι απαρχές της αναβίωσης της προφορικής αφήγησης στην Ελλάδα. Ανήκω στους πρωτοπόρους.

Χρωστώ τη συνειδητοποίηση της Τέχνης μου στην αείμνηστη Μίρκα Γεμεντζάκη, μια γυναίκα θρυλική, παγκόσμιου βεληνεκούς, και Δασκάλα μου στη φωνή με τη Μέθοδό της, την οποία έχω ενσωματώσει και στη δική μου Μέθοδο Εκπαίδευσης.

  • Ποιες είναι οι εφαρμογές της προφορικής αφήγησης στη σύγχρονη εποχή, αλλά και οι διαφοροποιήσεις της από παρελθούσες εποχές; 

Η προφορική νεο-αφήγηση έχει αλλάξει δραστικά κυρίως την τελευταία δεκαετία. Υπάρχουν αυτήν τη στιγμή  – όπως το βλέπω προσωπικά – δύο τάσεις. Η μια τάση, η πιο συνηθισμένη, προσπαθεί να αναβιώσει την προφορική αφήγηση ακολουθώντας την κλασική οδό, αναπαράγοντας την όποια εικόνα έχουμε για τους παραδοσιακούς παραμυθάδες, με έναν τρόπο, θα λέγαμε, φολκλοριστικό, γιατί δεν στηρίζεται σε μια βιωμένη γνώση αλλά σε μιμητισμό μιας παγκόσμιας τυποποίησης – δηλαδή όλοι οι σύγχρονοι επαγγελματίες αναβιωτές παραμυθάδες μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους στον τρόπο που αφηγούνται. Αυτό δεν ίσχυε κατά παράδοση. Μεγάλωσα με παραμύθια και κανένας από τους αγράμματους, συνήθως, μη επαγγελματίες παραμυθάδες δεν θύμιζε τον άλλο στην αφήγησή του. Έτσι άλλωστε γεννήθηκαν και οι άπειρες παραλλαγές πάνω σε έναν παραμυθιακό τύπο ανά τον κόσμο.

Η δεύτερη τάση, την οποία ακολουθώ, είναι πιο σπάνια και πιο δύσκολη από άποψη τόσο τεχνική όσο και αυτογνωσιακή. Σέβεται μέν την πανάρχαια παράδοση της αφήγησης, αλλά την ενσωματώνει δημιουργικά σε μια εποχή με εξωφρενικά διαφορετικό τρόπο ζωής. Σε αυτήν την περίπτωση η προφορική αφήγηση μπορεί να αξιοποιηθεί κυριολεκτικά σχεδόν παντού: στην εκπαίδευση, την θεραπεία, τη διαφήμιση, την επιχειρηματικότητα…  Αλλά! Προϋποθέτει ότι ο Αφηγητής γνωρίζει σε βάθος τόσο το υλικό του, όσο και τον ίδιο του τον εαυτό, ώστε να μπορεί να προσαρμοστεί στο αίτημα της κάθε συγκυρίας και να προτείνει το ανάλογο αφηγηματικό πρόγραμμα χωρίς να προδώσει τις πανάρχαιες καταβολές του είδους.

Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι η Τέχνη της Αφήγησης στην παραδοσιακή της μορφή δεν είναι μόνο… παραμύθια! Κάθε Ιστορητής προέρχεται από και αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον που εμπεριέχει την κοινή ζωή μιας μικρότερης ή μεγαλύτερης ομάδας ανθρώπων με αναγνωρισμένους κώδικες επικοινωνίας, με κοινές εμπειρίες, βιώματα, τελετουργίες, ακούσματα γλωσσικά, μουσικά, κ.ά.

Προσωπικά μιλώ συχνά για «Ταυτότητα στην Αφήγηση». Που βρισκόμαστε σε σχέση με αυτήν την Ταυτότητα σήμερα; Κατά πόσο αναπαράγουμε ή μιμούμαστε μια φόρμα, ή ένα «πρότυπο» Ιστορητή, και κατά πόσο βρίσκουμε τον εαυτό μας μέσα σ΄ αυτό με συνείδηση της τεχνικής μας, της αυτογνωσίας, αλλά και της ετερογνωσίας μας χωρίς ναρκισσισμό;

Εάν και εφόσον αυτά τα ερωτήματα απαντηθούν με ειλικρίνεια και τόλμη τότε ίσως μιλάμε για έναν Ιστορητή – Μύστη δηλαδή Οδηγό και δεν θα πρέπει αυτή η θεώρηση να μας τρομάζει αλλά να μας απελευθερώνει. Τουλάχιστον όσους θέλουμε να πάμε βαθειά σε αυτήν την Τέχνη.

Για να το πω αλλιώς: ο τρόπος που επανεφευρίσκω την όποια ιστορία αφηγούμαι είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου. Και σε αυτό το σημείο – ανάμεσα σε πολλά άλλα – το μαγικό λαϊκό παραμύθι έχει πάρα πολλά κοινά με την αρχαιοελληνική τραγωδία: η κάθαρση επέρχεται πάντα, αλλά προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση. Και να προσθέσω ότι, τα παραμύθια που κάποιος τα αφηγείται ξανά και ξανά ανανοηματοδοντούται διαφορετικά μέσα του με το πέρασμα του χρόνου.

Δεν πιστεύω ότι μπορεί κάποιος να εμβαθύνει στην Τέχνη της προφορικής αφήγησης στην πιο υψηλή της μορφή, εάν δεν σκάψει σε βάθος στην αυτογνωσία του, τις φιλοσοφικές, αισθητικές, ηθικές, ανθρωπιστικές θεωρήσεις του.

  • Ποια είναι το οφέλη της στον τομέα της εκπαίδευσης;  

Εάν  – σύμφωνα και με όσα ανέφερα πιο πάνω  – εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να κάνει θαύματα! Είναι πολύ πιο εύκολο να κινητοποιήσεις και να εντυπώσεις την πληροφορία που θέλεις σε κάποιον με μια ιστορία. Επειδή συμμετέχω και συντονίζω εδώ και 30 περίπου χρόνια (από 20 χρονών) ποικίλα εκπαιδευτικά προγράμματα για όλες τις ηλικίες, με βασικό εργαλείο πάντα την ιστόρηση, μπορώ να το επιβεβαιώσω.

Πρόσφατα μάλιστα παρακολούθησα διαδικτυακά κάποια σεμινάρια για αυτοβελτίωση στην Αμερική και είδα με χαρά και έκπληξη να αξιοποιούν ευρύτατα και με πανέξυπνο τρόπο τόσο την Ιστόρηση όσο και ενσωματωμένες τεχνικές της όπως ο Οραματισμός, ο Συμβολισμός, η ενσωμάτωση της Δράσης του παραμυθιακών Ήρωα κ.ά.

Μέσω της Ιστόρησης ισχυροποιούμε το γνωστικό αντικείμενο, δημιουργούμε ευφορία κατά την εκπαιδευτική διαδικασία, ενεργοποιούμε κέντρα του εγκεφάλου που σχετίζονται με καλύτερη απομνημόνευση, ενδυναμώνουμε τη μη λεκτική επικοινωνία και πολλά ακόμα…

Καθώς, επίσης, το ταξίδι του Ήρωα και της Ηρωίδας, στο μαγικό παραμύθι, είναι πρώτα απ’ όλα μυητικό τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η αφήγησή του παραμυθιού λειτουργεί και σε βαθύτερα επίπεδα πολύ συχνά μη συνειδητά. Γι’ αυτό και ηρεμούμε όταν ακούμε μαγικά παραμύθια.

  • Η προφορική αφήγηση θα μπορούσε, κατά την άποψή σας, να χρησιμοποιηθεί ως ένα «εργαλείο» πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης όσον αφορά το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού (school bullying); Με ποιον τρόπο;

Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας είναι ένα αφήγημα που φτιάχνεται, διατηρείται ή ανανεώνεται  από εμάς τους ίδιους σε συνδυασμό με όσα «κληροδοτήσαμε» από τους γονείς μας, τους δασκάλους, φίλους, συνεργάτες και όποιον τελικά επιτρέπουμε να παίξει ρόλο στη διαμόρφωση του εαυτού. Η διαδικασία της προφορικής αφήγησης ως προς ένα αφήγημα που επιλέγουμε έχει δύο πλευρές: η μια είναι το ίδιο το αφήγημα, η άλλη είναι η κατάσταση του αφηγητή.

Ως προς το αφήγημα, μιλώντας για τα μαγικά παραμύθια (αυτά με τους δράκους, τις βασιλοπούλες και τα μαγικά δρώμενα) που είναι αυτά που με ακαδημαϊκές μελέτες αναλύθηκαν συμβολικά, στρουκτουραλιστικά, ψυχαναλυτικά, ανθρωπολογικά κ.ά. πρέπει να πούμε ότι τα βασικά θέματά τους απαντώνται τα ίδια σε όλο τον πλανήτη γι’ αυτό και έχουν τυποποιηθεί και ταξινομηθεί σε Διεθνείς Καταλόγους. Στην Ελλάδα έχει γίνει μια εξαιρετική επεξεργασία του υλικού από μια ομάδα εκπληκτικών ειδικών:

[https://www.openbook.gr/tag/anna-angelopoulou/]. Να προσθέσω εδώ ότι τα λαϊκά ελληνικά παραμύθια είναι από τα ωραιότερα του κόσμου.

Το κάθε ένα από αυτά τα μαγικά παραμύθια περιγράφει με τρόπο συμβολικό μια εσωτερική συγκρουσιακή κατάσταση μιας πολύ συγκεκριμένης περιόδου μετάβασης του ήρωα ή της ηρωίδας που δίνεται μέσα από την περιπέτεια και τη δράση του. Στα μαγικά παραμύθια δεν υπάρχει ψυχολογική ανάλυση: μόνον δράση κι αν κάποτε αναφέρονται τα συναισθήματα των ηρώων, αυτό γίνεται λιτά και εν συντομία. Αυτή ακριβώς η λιτότητα είναι που τα κάνει  πρόσφορα προς ταύτιση σε όλες τις ηλικίες και σε όλα τα επίπεδα. Να πούμε εδώ ότι τα λαϊκά, μαγικά παραμύθια ήταν πάντα και παντού δραστηριότητα για ενήλικο κοινό.

Επιβάλλεται, σ΄ αυτό το σημείο, για να γίνω κατανοητή, να αναφέρω ένα παράδειγμα.

Ας μιλήσω για ένα εντελώς παρεξηγημένο και παρερμηνευμένο παραμύθι που είναι η γνωστή Σταχτοπούτα (ΑΤ 510Α). * Η συγκεκριμένη ηρωίδα διόλου δεν περιμένει τον πρίγκιπα, όπως πολύ συχνά και άδικα κατηγορείται (κι αυτό το οφείλουμε στην Ντισνεϊκή εκδοχή κυρίως). Με σύγκριση των παραλλαγών της σε όλο τον κόσμο (όπου φυσικά ο τύπος του παραμυθιού έχει ποικίλα ονόματα) αναδεικνύεται πρωτίστως μια ηρωίδα που μεταβαίνει από το στάδιο της νεαρής, άπειρης κόρης στο στάδιο της γυναίκας με ολοκληρωμένη ταυτότητα η οποία εμπεριέχει την υγιή ενσωμάτωση της μητρικής φιγούρας, άρα και την ώριμη απομάκρυνση από αυτήν, την ετοιμότητα προς την σεξουαλική ολοκλήρωση, τον έγγαμο βίο και την τεκνοποίηση. Οι αρχαιότερες παραλλαγές του θέματος που μάλιστα είναι ελληνικές και εμπεριέχουν ανθρωποφαγία. Οι δύο αδερφές τρώνε τη μάνα, ενώ η Σταχτοπούτα θάβει τα λείψανα σύμφωνα με οδηγίες της ίδιας της μάνας και παίρνει από κει τα φορέματα και τον στολισμό που θα την οδηγήσουν στον γάμο, επειδή είναι έτοιμη κι όχι γιατί περιμένει κάποιον σωτήρα! Είναι η μόνη που «χωρά στα παπούτσια»: ένας πανάρχαιος συμβολισμός που ανάμεσα σε άλλα δηλώνει και την ψυχοσωματική ετοιμότητα. Τα παπούτσια τα παίρνει αρχικά από τη μάνα αλλά της τα ξαναπροσφέρει ο σύζυγος.

Και τώρα που το σκέφτομαι – για πρώτη φορά! Τι θαυμάσιος συμβολισμός της ολοκλήρωσης της γυναίκας: το ένα παπούτσι το διατηρεί από τη μητέρα, το άλλο της το ξαναπροσφέρει με τιμή ο σύζυγος αναγνωρίζοντάς την. Η φιγούρα της μητριάς ήταν μεταγενέστερη προσθήκη και βλέπουμε μ΄ αυτό πως στον από συμβολισμό χάνουμε, με τη νεότερη εκδοχή, ένα βασικό στοιχείο του παραμυθιού που καταδεικνύει ακριβέστερα την εσωτερική αναζήτηση της ηρωίδας. Βέβαια όσον αφορά τη λειτουργία του συμβόλου, αυτή δεν… πτοείται, αφού στο ασυνείδητο η φιγούρα καταγράφεται ως «μητρική», είτε το παραμύθι μιλά για «μητέρα» είτε μιλά για «μητριά». 

Εάν λοιπόν κάποιος γνωρίζει σε βάθος τα μαγικά παραμύθια, μπορεί να τα αξιοποιήσει τόσο στην πρόληψη όσο και σε θεραπευτικές διαδικασίες με την προϋπόθεση ότι μαζί με τη γνώση του υλικού υπάρχουν και γνώσεις ψυχολογίας από το άτομο που την εφαρμόζει. Για μένα (και παρόλο που έχω πτυχίο Ψυχολογίας και Παιδαγωγικής) όσες φορές συμμετείχα σε ανάλογα προγράμματα ευαισθητοποίησης θεωρούσα πάντα σημαντικό τη συνεργασία με άλλους ειδικούς, τον δάσκαλο της τάξης, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους κ.λπ.

Επίσης, το λαϊκό παραμύθι κατεξοχήν «περιθάλπει» και αναδεικνύει ήρωες σε δύσκολη θέση, νοητική, σωματική, συγκυριακή, που όμως πάντα τα καταφέρνουν! Ο «χαζούλης», η κατατρεγμένη, ο αποδιωγμένος, ή ακόμα και ψυχικές συμπεριφορές που δείχνουν κατάθλιψη, στασιμότητα, κ.ά. μιλώντας πάντα από συμβολική άποψη, αντιμετωπίζονται και οδηγούν σε αίσιο τέλος. Έτσι αυτός ή αυτή που στην αρχή της ιστορίας αντιμετωπίζονται συχνά ως αδύναμοι και ανώριμοι τελικά βρίσκουν τον δρόμο τους με τον πιο λαμπρό τρόπο.

Σε ένα πράγμα είναι απολύτως ξεκάθαρο το μαγικό παραμύθι: ένας και μοναδικός δρόμος οδηγεί στην Ευ-τυχία και αυτός δεν μπορεί παρά να είναι δρόμος Αγάπης! Καμιά κακοποιητική και μειωτική συμπεριφορά δεν έχει θέση στο μαγικό παραμύθι και η σωστή επιλογή είναι πάντα η Αγάπη, επομένως μόνον με αρμονική συνύπαρξη επιβιώνουμε.

Σε ένα πρόγραμμα πρόληψης λοιπόν τέτοιου είδους ιστορίες θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν, ώστε μαζί και με εκπαιδευτικές διαδικασίες να αποτελέσουν έγκαιρη παρέμβαση. Ας θυμηθούμε: το παραμύθι «διδάσκει» ήθος χωρίς διδακτισμό αφού πάντα επικρατεί και επιβραβεύεται η σωστή συμπεριφορά προς όφελος όχι μόνον του ήρωα αλλά και όλου του περίγυρού του.

Θα λέγαμε ότι ένα παραμύθι ξεκινά με μια διαταραχή και τελειώνει με μια ισορροπία.

  • Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακόμα και ως ένα «εργαλείο» πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης σε αποκλίνουσες ή/ και παραβατικές συμπεριφορές εφήβων; Θα μας καταθέσετε τη δική σας εμπειρία; 

Θα επιλέξω να σας αφηγηθώ ως παράδειγμα, από τις πολλές εμπειρίες μου, αυτήν που έζησα πριν αρκετά χρόνια και με βοήθησε να καταλάβω ότι στην πρόληψη η βασική έννοια – κλειδί είναι η «έγκαιρη παρέμβαση». Επρόκειτο για πρόγραμμα πρόληψης του ΚΕΘΕΑ που αφορούσε σε σχολικές ομάδες παιδιών Δημοτικού σχολείου με δύσκολο οικογενειακό, κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο και στο οποίο συμμετείχαν εκτός από τους Εκπαιδευτικούς, Κοινωνικοί Λειτουργοί και Ψυχολόγοι. Η πρόληψη, μου εξηγήθηκε τότε, για να είναι αποτελεσματική εφαρμόζεται προληπτικά σε ομάδες που ενδέχεται να αναπτύξουν προβληματική συμπεριφορά. Στο σχολείο αυτό φοιτούσαν πάρα πολλά παιδιά από διαφορετικές χώρες, συχνά και με θέματα αντιπαράθεσης μεταξύ τους λόγω εμπόλεμης κατάστασης των χωρών προέλευσής τους.

Το δικό μου έργο ήταν να ενδυναμώνω, με τις αφηγήσεις μου και κάποια απλά ψυχοδυναμικά παιχνίδια που έκανα με τις ομάδες των παιδιών, τα θέματα που η ομάδα των ειδικών και των δασκάλων επεξεργάζονταν μαζί τους. Σε κάθε στάδιο υπήρχε αξιολόγηση, επανεξέταση και καθοδήγηση ως προς τη διαδικασία. Το πρόγραμμα έτρεχε όλο το σχολικό έτος κι εγώ αφηγήθηκα συνολικά τέσσερις φορές σε κάθε μια από τις δύο ομάδες (ανάλογες με το εξελικτικό στάδιο) των παιδιών που συμμετείχαν.

Σίγουρα πιο δύσκολη ήταν η κατάσταση με τα μεγαλύτερα παιδιά καθώς αρκετά από αυτά ήδη είχαν εισέλθει στο στάδιο της προεφηβείας και είχαν ήδη παγιωμένες απόψεις για τον εαυτό και για τον περίγυρο. Χρειάστηκε, θυμάμαι,  να συζητήσουμε αρκετά για ένα παιδί, σωματώδες και «άγριο» που ήταν ο «παλικαράς» της ομάδας με τάσεις για bullying και ειδικά για αυτόν «επιστράτευσα» ένα πολύ ιδιαίτερο ελληνικό παραμύθι που το προσάρμοσα σχετικά για την περίσταση. Θυμάμαι ακόμα την ανακούφισή του παιδιού!

Στη συνολική αξιολόγηση αυτού του προγράμματος είμαστε όλοι πανευτυχείς, γιατί είδαμε ότι με την πρόοδο των διεργασιών τα παιδιά άρχισαν να νιώθουν όλο και καλύτερα, πρώτα με τον εαυτό τους και στη συνέχεια με τους συμμαθητές τους.

Τα παραμύθια που αφηγήθηκα και τα παιχνίδια που εφορμούσαν από αυτά λειτούργησαν σε ένα μη συνειδητό επίπεδο δημιουργώντας στα παιδιά μια αίσθηση ασφάλειας και οικειότητας. Εκφράστηκε αυτό στην τελευταία μας συγκινητική συνάντηση, καθώς με αποχαιρετούσαν με λύπη και αγάπη.

Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης εμπειρίας μου, έχοντας αφηγηθεί σε πολλά Γυμνάσια και Λύκεια σε δύσκολες περιοχές της Αττικής, διαπίστωσα συχνά ότι η Ιστόρηση σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται λειτουργική όταν συνοδεύεται από ειλικρίνεια. Πέρα από τα παραμύθια που θα τους διηγηθώ – και υπάρχουν πάρα πολύ βαθιά και εντυπωσιακά παραμύθια για να απευθύνει κανείς σε εφήβους – υπάρχουν στιγμές που τις χαρακτηρίζω μαγικές. Τολμώ τότε να αφηγούμαι κομμάτια από τη ζωή μου, όταν βλέπω ότι αυτό μπορεί να τους δείξει έναν δρόμο πιο ανοιχτό. Έχω γνωρίσει προσωπικά τη φτώχια και τη δυστυχία, έχω ζήσει στο πετσί μου, τον φόβο και την ανασφάλεια, έχω πιστέψει κάποτε ότι δεν θα τα καταφέρω να βγω από το σκοτάδι.

Πόσο πιο αληθινό λοιπόν ακούγεται όταν έχουμε όλοι ηρεμήσει και αφεθεί στη μαγεία της αφήγησης να τους λέω: σαν το παραμύθι είναι η ζωή! Εγώ σας το λέω… Σαν την κατατρεγμένη βασιλοπούλα ή το παλικάρι που πολεμά δράκους… Έτσι κι εμείς… Έτσι κι εγώ… Και τα κατάφερα… Κι εσείς μπορείτε! Έχει τύχει να δακρύσω μέσα στην απόλυτη σιωπή μιας αίθουσας με 140 παιδιά Γυμνασίου να με κοιτάνε μέσα στα μάτια, σε μια από τις δυσκολότερες οικονομικά και κοινωνικά περιοχές της Αττικής.

  • Ειδικότερα πώς έφηβοι με αποκλίνουσες ή/ και παραβατικές συμπεριφορές θα μπορούσαν να βοηθηθούν/ υποστηριχθούν μέσα από αντίστοιχες δημιουργικές δράσεις; 

Απ’ όλα όσα προανέφερα πιστεύω πως θα μπορούσε σίγουρα να αποτελέσει μια δυναμική πρόταση, πάντα επικουρικά, και σε πλαίσιο ομάδας ειδικών, ώστε η αφήγηση να μην είναι απλά μια παρηγορητική – ψυχαγωγική λειτουργία, όπως συχνά συμβαίνει σε παρόμοιες προσπάθειες σε εκπαιδευτικά ή και σωφρονιστικά ιδρύματα. Η όποια παρέμβαση χρειάζεται διάρκεια, επαναληπτικότητα, συνεχή αξιολόγηση και επανεξέταση και νομίζω το παράδειγμα που προανέφερα δίνει μια καλή ιδέα ενός λειτουργικού πλαισίου.

Πάρα πολλά παραδοσιακά, μαγικά παραμύθια αναφέρονται σε αυτό ακριβώς το μεταβατικό στάδιο της εφηβείας, γι’  αυτό και παραπέμπουν και σε Τελετουργίες Ενήβωσης. Αν αυτό το πανάρχαιο υλικό που διασώζεται σήμερα σε αρκετά μεγάλο βαθμό επαναξιολογηθεί, πιστεύω ότι μπορεί να αποτελέσει ένα γόνιμο πρώτο έδαφος για να συζητηθούν με ηρεμία βαριά θέματα μιας αποκλίνουσας, εφηβικής συμπεριφοράς. Και πάλι: τα μαγικά παραμύθια μιλούν στο υποσυνείδητο και όλοι γνωρίζουμε ότι ο διάλογος δεν είναι το δυνατό θέμα σε κάθε έφηβο, πόσο μάλλον σε κάποιον με παραβατική συμπεριφορά. Το κλειδί:  ο παραμυθάς για να είναι οδηγός πρέπει να λειτουργεί ως συν-χορευτής, δηλαδή να επαναπροσδιορίζεται κάθε στιγμή ανάλογα με τις ανάγκες που προκύπτουν.

  • Ποια είναι τα συναισθήματα που βιώνει ο αφηγητής/ η  αφηγήτρια από αυτή την ενδιαφέρουσα και συναρπαστική διαδικασία, αλλά και από την επικοινωνία του με το κοινό;

Στις στιγμές που μια αφήγηση φτάσει στο ιδεατό σημείο, στην αποκορύφωσή της, κι αυτό είναι μια συν-δημιουργία μαζί με το κοινό, αισθάνομαι να γίνομαι ένα με το Σύμπαν. Σταματά ο χωρο-χρόνος, υπάρχει μια διάχυση Φωτός, Αρμονίας, απόλυτης Ευτυχίας. Σταματά το Εγώ και γινόμαστε Εμείς.

Δεν με νοιάζει αν κάποιοι δεν καταλαβαίνουν αυτό που γράφω. Δεν πρόκειται για υπερβολή. Πρόκειται για κατάθεση. Η Μίρκα Γεμεντζάκη μας έλεγε ότι η μετα-Φυσική δεν είναι μαγεία: είναι κατάσταση.

Η κατάσταση λοιπόν που περιγράφω είναι συν-τονισμός αναπνοής και ενέργειας και επιτυγχάνεται με την ακριβή και συνειδητή χρήση της φωνής μου, τον σωστό συνδυασμό και τονισμό των εκφερόμενων λέξεων, τη λειτουργική ανά περίσταση χρήση των διαφορετικών ηχείων στο σώμα μου, τη γενικότερη σωματική και διαισθητική κατάστασή μου. Αλλά τίποτα, απολύτως τίποτα δεν μπορώ να καταφέρω, εάν δεν έχω την συν-αποδοχή και ενεργειακή σύμπραξη του κοινού μου.

Στις περιπτώσεις λοιπόν που συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω, μπορούμε να μιλάμε για ταύτιση της Αφήγησης με την Τελετουργία – γίνεται δηλαδή μια Μετάβαση στον χώρο και στο χρόνο που όταν ολοκληρωθεί αισθανόμαστε όλοι ανανεωμένοι.

  • Ποια μέχρι στιγμής ήταν η πιο δυνατή σας στιγμή ως αφηγήτρια;

Αχ! τόσο δύσκολο να ξεχωρίσω…

Ωστόσο, τρεις ημέρες μετά το θάνατο της μητέρας μου, αποφάσισα να πραγματοποιήσω μια προγραμματισμένη αφήγηση στο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης. Δεν ενημέρωσα το κοινό μου, παρά στο τέλος της αφήγησης, άναψα απλά ένα κεράκι και αφηγήθηκα τις ιστορίες σε ένα πρόγραμμα που δημιούργησα κατά τη διάρκεια της οκτάμηνης αρρώστιας της, το οποίο χωρίς να το ξέρω τότε ήταν ένα πρόγραμμα για τον θάνατο, το πένθος και τελικά τη ζωή την ίδια. * Αισθάνθηκα γαλήνη, ηρεμία, και δεν ξέρω πώς να το πω αυτό, τη χαρούμενη παρουσία της μητέρας μου δίπλα μου. Ήταν σαν να έπλεα μαζί με τον μουσικό μου και με το κοινό, όπου ανάμεσα ήταν ο άντρας μου και κάποιοι αγαπημένοι φίλοι.

Για άλλη μια φορά τα παραμύθια με παρηγόρησαν στη πιο σημαντική απώλεια της ζωής μου.

  • Τη δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε, κ. Βούλγαρη, αντιμέτωποι με τη σφοδρή υγειονομική κρίση, η προφορική αφήγηση θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο σχολείο, και με ποιους τρόπους, για να περάσει στους μαθητές κάποια σημαντικά μηνύματα;  

Αναμφίβολα και κατηγορηματικά ΝΑΙ! Επισημαίνω συχνά ένα από τα μεγαλύτερα μυστικά της δύναμης των παραμυθιών: όλοι οι ήρωές τους ΔΡΟΥΝ ΣΤΟ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ! Η ζωή δεν παίρνει αναβολές, γκρίνιες, κλάψες, ψευτοεπαναστάσεις. Ο παραμυθικός ήρωας δεν «τρώγεται με τα ρούχα του»! Κοιτά το πρόβλημα κατάματα και απλώς προχωρά σε λύσεις και απαντήσεις. Με Αγάπη! Με Καλοσύνη! Με Προσφορά! Δεν κρίνει. Βοηθά τη Δράκαινα, τον γκρινιάρη Νάνο, τη σκουλικιασμένη μηλιά, το ταπεινό μυρμήγκι. Δίνει και φεύγει. Γι΄ αυτό και δέχεται τελικά όλα τα δώρα. Το παραμύθι δείχνει έναν δρόμο: Αγαπάτε Αλλήλους ως Εαυτόν. Κι ένα Τρίπτυχο: Αυτογνωσία – Ετερογνωσία – Συνύπαρξη.

  • Θα μας καταθέσετε τις δικές σας σκέψεις και προτάσεις για την προφορική αφήγηση σε μία εποχή που βιώνει σημαντικές αλλαγές, αλλά και κλυδωνισμούς;

Κοιτώντας τη ζωή μου προς τα πίσω, κάνοντας – μοιραία – απολογισμούς ως προς το έργο μου, βρισκόμουν κάθε φορά σε σταυροδρόμια που με καλούσαν να αποφασίσω εκ νέου την πορεία μου. Δεν το επέλεξα και δεν ξέρω τον λόγο που από την αρχή της πορείας μου είχα μια διαίσθηση ότι ανοίγω δρόμο, όχι για μένα μόνο αλλά ενδεχομένους και για άλλους που ακολουθούν. Αρχικά επειδή δεν είχα κάποιον να με διδάξει ως πρωτοπόρο μιας νέας κατάστασης.  Στη συνέχεια γιατί βαθαίνοντας στο αντικείμενό μου έβλεπα συνεχώς νέες προοπτικές σε έναν κόσμο που ποτέ πια δεν θα θυμίζει τίποτα απ’ όσα έζησε η ανθρωπότητα ως τώρα.

Όμως ο άνθρωπος, για να είναι άνθρωπος, χρειάζεται να προσδιορίσει μια ταυτότητα. Ταυτότητα σημαίνει προσδιορισμό ενός αφηγήματος, μιας ιστορίας, δικής του και όσων ακόμα θεωρεί κοινότητα του – την όποια κοινότητα. Παράλληλα όμως, οι μύθοι και τα παραμύθια διασώζουν την παγκόσμια και πανάρχαια ψυχή της ανθρώπινης οντότητας. Ένας λόγος που η ψυχή μας αναζητά αυτές τις ιστορήσεις είναι γιατί δεν μπορεί να είναι ξεκομμένη από τις συλλογικές αυτές μνήμες, τα γνωστά «αρχέτυπα», οι οποίες βρίσκονται κωδικοποιημενες μέσα στα παλιά και ανώνυμα παραμύθια.

Ίσως να αποδειχτώ προφητική λέγοντας ότι στο άμεσο μέλλον οι άνθρωποι θα αναζητούν όλο και πιο συχνά ένα εμπνευσμένο Ιστορητή – Μύστη, μια Παραμυθού – Μάγισσα, για να ξανα-ακούσουν αυτές τις σοφές ιστορίες που μπορούν να γίνουν οδηγοί συνύπαρξης θεραπείας, Αγάπης, Φωτός.

  • Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας, θα μοιραστείτε με το αναγνωστικό μας κοινό τα  σχέδια για επικείμενες δράσεις σας; 

Η έναρξη της πανδημίας με βρήκε σε μια αλλαγή επαγγελματικής πορείας ως προς το αντικείμενό μου που με απασχολεί τα τελευταία τρία χρόνια. Μπορώ να πω ότι με το lockdown, χωρίς να το επιζητώ φυσικά, βρήκα τον χρόνο να ηρεμήσω και να επαναπροσδιοριστώ.

Αυτή τη στιγμή συνεχίζω με διαδικτυακές αφηγήσεις σε σχολεία, Δήμους και άλλες οργανώσεις, τόσο με ελεύθερες συνεργασίες όσο και μέσω του Ιδρύματος Θεοχαράκη με το οποίο είναι η 7η χρονιά που συνεργαζόμαστε. *

Επίσης διαδικτυακά, συντονίζω εργαστήρια και  ιδιαίτερα διαδικτυακά μαθήματα, δίνω ομιλίες κατά περίσταση και μπορεί κάποιος να με αναζητήσει για πληροφορίες εφόσον ενδιαφέρεται.

Ακόμα, ολοκληρώνω ένα θεατρικό αφηγηματικό κείμενο για μελλοντική παρουσίαση που ξεκίνησα το καλοκαίρι,  με θέμα τις Γυναίκες σε διάφορες εποχές της Ελληνικής Ιστορίας.

Τέλος, και μετά από την εμπειρία τόσων χρόνων, νιώθω την ανάγκη να αναδιοργανώσω ολόκληρη την εκπαιδευτική μου Μέθοδό πάνω στην Τέχνη της Αφήγησης, ώστε από τη νέα σεζόν να ανακοινωθεί δυναμικά. Σκοπός μου είναι να υπάρχει μια βασική επιμόρφωση για οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για το αντικείμενο, αλλά να προτείνονται και πιο εξειδικευμένες μορφές εκπαίδευσης για όσους θέλουν να εμβαθύνουν. Το όνειρό μου είναι να εκπαιδεύσω νεότερους αφηγητές όχι μόνον ως προς την Τέχνη της Αφήγησης, αλλά και με δράσεις και τεχνογνωσία που θα τους βοηθούν να βάζουν πιο δυναμικά και αποτελεσματικά στόχους επαγγελματικούς και βιοποριστικούς.

Σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσω από την καρδιά μου το Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης που τα τελευταία 10 χρόνια στηρίζει το κυρίως εκπαιδευτικό έργο μου και φιλοξενεί και πολλές από τις καλλιτεχνικές μου προτάσεις για παιδικό και ενήλικο κοινό.

  • Κυρία Βούλγαρη, σας ευχαριστώ θερμά και σας εύχομαι καλή συνέχεια! 

Σας ευχαριστώ κι εγώ θερμά για τον χώρο που μου δώσατε να εκφραστώ εκτεταμένα για το έργο μου σε ένα σημείο επαναπροσδιορισμού του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  • Ο Θαυμαστός Κόσμος των Παραμυθιών – Αλληγορίες της Εσωτερικής Ζωής. Πορεία προς την Ωριμότητα, Jean Campbell Cooper, εκδ Θυμάρι.
The following two tabs change content below.
Η Αγγελική Καρδαρά είναι Δρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Παν/μίου Αθηνών – Φιλόλογος. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός και είναι Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος (ΚΕ.Μ.Ε.). Παράλληλα, οργανώνει σεμιναριακά μαθήματα και δίνει διαλέξεις στο αντικείμενο της εξειδίκευσής της «Έγκλημα και Media». Συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Αθηνών στο πλαίσιο των elearning προγραμμάτων, έχοντας αναλάβει τη συγγραφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων: «ΜΜΕ και Εγκληματικότητα: το έγκλημα ως είδηση και ως μήνυμα» & «Αστυνομικό και Δικαστικό Ρεπορτάζ», με Ακαδημαϊκό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Εγκληματολογίας κ.Γιάννη Πανούση. Δίδαξε δημοσιογραφία στο Κολλέγιο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας (CPJ Athens/University of Wolverhampton) στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Από το 2013 έως το 2016 έδινε διαλέξεις στο Τμήμα ΕΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αντικείμενο «Εγκληματολογία & ΜΜΕ». Ασχολείται με την εγκληματολογική έρευνα, την αρθρογραφία και τη συγγραφή.

Comments

comments

Related Posts

Comments are closed.

Recent Posts